Επιλογή Ελληνικής γλώσσας Επιλογή Αγγλικής γλώσσας Προβολή RSS 2.0





Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφή

Μέλη: 31.508
Σύνδεσμοι: 56
Στοιχεία: 4.446
Επισκέπτες: 53.001.937
Έχουμε 1 επισκέπτη online

Πρόσφατα



Δημοφιλή



Συνοπτικά Λόγος Άρθρα Συνεργατών

16 Μικρές Συναντήσεις Εκτύπωση E-mail
 
Γράφει ο/η Ελένη Δ. Πανάγου, στις 03-07-2008 07:27
Βαθμολόγηση Επισκεπτών
Μ/Ο Βαθμολόγησης Χρηστών    (0 ψήφος)
Προβολές 5408
Αγαπημένα 376

Και έτσι όπως ήταν αμίλητος ξαφνικά αποτινάχτηκε.
Είδε αυτό που ποτέ δεν ήθελε να ζήσει.
Μέσα από τα μάτια της ψυχής του.
Έκλεισε την πόρτα, βγήκε τρέχοντας, έτρεξε στους δρόμους.
Έτρεχε για να ξεφύγει από την ταχύτητα της τρέλας του, αλλά όπως πάντα, εκείνη, πρωτοπόρος στα μεγάλα και μικρά βήματα της ζωής του, ήξερε να πάει πιο γρήγορα, γνώριζε τους βηματισμούς του.
Ήθελε να τον αφομοιώσει.
Αντίκρισε μια πόρτα, την άνοιξε.
Σταμάτησε, και ένοιωσε ότι μερικά λεπτά παρατήρησης θα τον τροφοδοτούσαν, με στιγμές απλότητας ή αλλιώς καθημερινότητας.
Απέναντι του, ένα bar….«η νέα σοδειά του κρασιού Beaujolais έφτασε. Κάτι είχε ξεμείνει εκεί. Πώς είναι όταν έχουμε λησμονήσει μια στιγμή μέσα στο χρόνο και το μόνο που μας απομένει είναι η φωτογραφία που κάποτε είχαμε τραβήξει, ενώ το μόνο που πραγματικά απέμεινε είναι ο θόρυβος που προκάλεσε η πίεση του αντίχειρα μας στο κουμπί της φωτογραφικής μηχανής, όταν εκείνη η στιγμή από εικόνα έμελλε να γίνει ένα και μοναδικό μικρό κλικ.
Αυτό το κλικ στάθηκε εκεί, ατόφιο, για να μας υπενθυμίζει, σα δείκτης σε βιβλίο, σε ποια στιγμή θα ανατρέξουμε, γι’αυτό ίσως η ανάγνωση των βιβλίων είναι τόσο απολαυστική, μοιάζει με τα υποβρύχια.


Ήρθε πάλι, η ένταση μέσα στην στο μυαλό του.
Μια μέγγενη του σφίγγε το κεφάλι, ήθελε κάτι άλλο, μπήκε σ’ένα αρωματοπωλείο, έξω έτρεχαν παιδιά.
Μπήκε κάθισε στην βελούδινη πολυθρόνα και περίμενε να έρθει η σειρά του, εισέπνεε τεράστιες ποσότητες μυρωδιάς ξύλου, μπερδεμένων αρωμάτων, και μιας αέναης κίνησης ανθρώπων και προσδοκιών.
Πιο πολύ του άρεσε να παρατηρεί τα χιλιάδες γυάλινα μπουκαλάκια που στεκόταν πειθαρχημένα και καμαρωτά, κατά μήκος των ραφιών, σαν να ήθελαν να τονίσουν ότι αυτός ο χώρος τους ανήκει, να θυμίσουν στον επισκέπτη ότι εδώ είναι το μικρό γυάλινο σπίτι τους, εδώ το φως τους δίνει ζωή, εδώ το φως αποτελεί το αίμα τους, το αίμα που κυλάει στα μικροσκοπικά μόρια της γυάλινης ύλης τους και τους κάνει να χοροπηδάνε, να απομακρύνονται και να ντύνονται με όλα τα χρώματα της ίριδας. Ενώ το ξύλο, πιστός τους φίλος, είναι υπομονετικό. Δεν φωνάζει άσκοπα όπως εκείνα τα χιλιάδες φλύαρα μπουκαλάκια, μιλά αργά και σιγά, αφομοιώνει το άρωμα τους, και γίνεται το προστατευτικό τους περίβλημα.

- Παρακαλώ, τι θα θέλατε κύριε?
Η δεσποινίδα διέκοψε ξαφνικά όλο αυτό το μικρό θέατρο που είχε γεννηθεί στο νου του.
- Συγνώμη, τι είπατε?
- Θα μπορούσα να σας βοηθήσω σε κάτι κύριε?
- Μάλιστα, δεσποινίς, θα ήθελα ένα άρωμα για κάθε μου συναίσθημα.
- Τι εννοείται κύριε?
- Θα ήθελα αρώματα που να χαρακτηρίζουν τις διαθέσεις μου.
- Μα τι λέτε κύριε? Δε σας καταλαβαίνω.
- Ναι, θα ήθελα μια σύνθεση αρωμάτων γιατί κάνω ένα πείραμα, για το πώς θα ήταν τα συναισθήματα μας αν μπορούσαμε να τα ανακαλέσουμε μέσα από την αίσθηση της όσφρησης.
- Είστε επιστήμονας?
- Τι εννοείτε; Δεν σας καταλαβαίνω.
- Είστε επιστήμονας, πώς να το πω, είστε ειδήμων σε κάποιο επιστημονικό κλάδο?
- Και ποιος μπορεί να λέει ότι είναι ειδήμων, εγώ απλώς παρατηρώ και πειραματίζομαι. Τελοσπάντων, τι λέτε, θα με βοηθήσετε?
- Πείτε μου, τι θα θέλετε?
- Θα ήθελα ένα άρωμα από χαμομήλι, σανταλόξυλο, ιώδιο και κανέλα.

Το αγόρασε, πλήρωσε έκλεισε την πόρτα προσεκτικά έτσι που να μην ακουστεί θόρυβος στο εύθραυστο αρωματοπωλείο και περπάτησε προς την πάνω πόλη. Δεν ήθελε να ακούει τις μηχανές των αυτοκινήτων από τον κεντρικό δρόμο, δεν ήθελε να τον δουν. Μπήκε στα σοκάκια, αγγίζοντας τους ασβεστωμένους τοίχους, του άρεσε να περπατάει και να αγγίζει τους ασβεστότοιχους, θυμόταν όταν ήταν παιδί, θυμόταν την μυρωδιά του ασβέστη και την τραχιά επιφάνεια του, σα σώματα ήταν αυτοί οι τοίχοι με τους όγκους τους στην επιφάνεια τους και τον ασβέστη να ξεφλουδίζεται στην παλάμη. Έφτασε στο σπίτι, η Ηλέκτρα δεν είχε γυρίσει ακόμη.
Ξάπλωσε για να περάσει ο χρόνος πιο γρήγορα, μπήκε εκείνη σε λίγο.

- Ορέστη, τι κάνεις; Τον ρώτησε
- Είμαι καλά.
- Ορέστη, θέλω να φύγω.
- Να φύγεις, πού
- Κάπου
-
-

Τελευταία Ενημέρωση στις: 03-07-2008 07:27

Αναφορά άρθρου στον ιστοχώρο σας Αγαπημένο Εκτύπωση Αποστολή με email Σχετικά άρθρα

Σχόλια Επισκεπτών (0)

Δίχως καταχωρημένα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου



mXcomment 1.0.6 © 2007-2018 - visualclinic.fr
License Creative Commons - Some rights reserved
< Προηγ.   Επόμ. >

Επισκεφτείτε επίσης


Πρωτοσέλιδο || Όροι Χρήσης || Επικοινωνία || Editorial (Γνωριμία) || Εγγραφή || Χώροι || Ημερολόγιο || Forum ||