{mosimage}Ο Κωστής Παλαμάς, απόγονος μιας παλιάς οικογένειας της οποίας γενάρχης ήταν ο Παναγιώτης Παλαμάρης, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Γονείς του ήταν ο Μεσολογγίτης δικαστικός Μιχαήλ Ιωάννης Παλαμάς και μητέρα του η, επίσης Μεσολογγίτισσα, Πηνελόπη Πεταλά.

Ο Κωστής, μαζί με τα άλλα δυο του αδέρφια, τον Χρήστο και τον Νίκο ορφάνεψαν σε πολύ μικρή ηλικία, μια που η μητέρα τους πέθανε τον Δεκέμβριο του 1864 και λίγους μήνες αργότερα πέθανε και ο πατέρας τους. Συνέπεια της ορφάνιας τους ήταν και ο χωρισμός των τριων παιδιών: Τον Νίκο πήρε κοντά της στην Τεργέστη η αδερφή της μητέρας τους, ενώ ο Κωστής και ο Χρήστος έζησαν στο Μεσολόγγι κοντά στον θείο τους Δημήτριο Ιωάννη Παλαμά.

Από πολύ μικρός ο Κωστής Παλαμάς άρχισε να ασχολείται με την ποίηση και έτσι σε ηλικία μόλις εννέα ετών έγραψε το πρώτο του ποίημα, ενώ λίγο πριν είχε ασχοληθεί και με την πεζογραφία. Στη συνέχεια, πριν ακόμη τελειώσει το Γυμνάσιο,  δημοσίευσε ποιήματά του στην τοπική εφημερίδα «Δυτική Ελλάς» και λίγο αργότερα έγραψε την «Μεσολογγιάδα».

{smoothgallery timed=true}
Το 1875 ο Κωστής Παλαμάς πήγε στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Γράφτηκε στη σχολή, αλλά πολύ σύντομα την εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Και πράγματι, το 1878 κυκλοφόρησε η πρώτη αυτοτελής έκδοση του Παλαμά. Επρόκειτο για το ποίημα «Μισολόγγι» το οποίο τυπώθηκε στο Μεσολόγγι με δαπάνη του εκδότη της εφημερίδας «Δυτική Ελλάς». Έκτοτε ακολούθησαν κι άλλες δημοσιεύσεις ποιημάτων του, με πιο σημαντική αυτή που έγινε το 1881 και αφορούσε στο ποίημα «Δεκέμβριος» στο ακαδημαϊκό περιοδικό «Εστία». Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Παλαμάς εμφανίστηκε στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» όπου απάγγειλε ποιήματά του.

Στη δεκαετία που ακολούθησε, ο Παλαμάς έγραψε τη «Φλογέρα του Βασιλιά», ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ακρόπολις», παντρεύτηκε τη Μαρία Αποστόλου Βάλβη (1887), απέκτησε δύο παιδιά και βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό αγώνα.

{mosimage}Στα επόμενα δέκα χρόνια, ο Παλαμάς κέρδισε την εκτίμηση και το θαυμασμό σημαντικών ανθρώπων των Τεχνών και των Γραμμάτων αλλά και κρατικών λειτουργών, με αποτέλεσμα  το 1895 η Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων να του αναθέσει τη σύνθεση του Ύμνου των Αγώνων και το 1897 να διοριστεί Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, λύνοντας με αυτόν τον τρόπο το ως τότε έντονο πρόβλημα βιοπορισμού. 

Κι ενώ όλα προοιώνιζαν ένα ευοίωνο μέλλον, ο Κωστής Παλαμάς δέχτηκε ένα σημαντικότατο χτύπημα από τη μοίρα: ο μόλις τεσσάρων ετών Άλκης, το τρίτο παιδί της οικογένειας, πέθανε το 1898 από μηνιγγίτιδα. Όλη του την θλίψη, την αγάπη αλλά και την απόγνωση την κατέγραψε στον «Τάφο»:



{joomsay}
Άφκιαστο κι αστόλιστο
στου Χάρου δε σε δίνω.
Στάσου μετ’ ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω.
    Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσά τα χτένια
πάρτε απ’ τη μανούλα σας,
μαλλάκια μεταξένια,
    μήπως και του Χάροντα,
καθώς θα σε κοιτάξη,
του φανής αχάιδευτο
και σε παραπετάξη!
   {/joomsay}
{mosimage}Οι δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα παραγωγικές για τον ποιητή, καθώς ο Παλαμάς έγραψε και δημοσίευσε μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του, ενώ παράλληλα του αποδόθηκαν σημαντικές τιμές αναγνώρισης. Έτσι, το 1926 διορίστηκε ακαδημαϊκός, το 1929 ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 καθήκοντα προέδρου της Ακαδημίας.

Στο ίδιο διάστημα του απονεμήθηκε ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος (1911), το Βασιλικόν Μετάλλιον των Γραμμάτων και των Τεχνών (1915), το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση (1924), το μετάλλιο Γκαίτε από τη γερμανική πρεσβεία (1933), το παράσημο “De la plaque de l’ Ordre de la Republique” από την ισπανική κυβέρνηση (1934), κ.ά.

Ο Παλαμάς εκτός από την ποίηση, ασχολήθηκε με το διήγημα και με τη συγγραφή θεατρικών έργων, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις και έγραφε κριτικά κείμενα και μελέτες. Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Τα τραγούδια της πατρίδας μου», «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι» (1897), «Ο Τάφος» (1898), «Ασάλευτη ζωή» (1904) «Ο Δωδεκάλογος του γύφτου» (1907), «Η φλογέρα του βασιλιά» (1910) ,«Δειλοί και σκληροί στίχοι» (1928), «Η Τρισεύγενη» (θέατρο, 1903), «Ο θάνατος του παλικαριού» (διήγημα, 1901), κ.ά.
{mosimage}
Ο Παλαμάς ανανέωσε την ελληνική ποίηση όσον αφορά στο περιεχόμενο και τη θεματική της, καθώς αξιοποίησε στοιχεία από τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, από βυζαντινούς συγγραφείς και ποιητές, αλλά και από νεώτερους όπως ήταν ο Σολωμός, ο Κάλβος, καθώς και από τους ανώνυμους δημιουργούς του δημοτικού τραγουδιού. Παράλληλα, καθιέρωσε τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, αξιοποίησε στοιχεία από τα σύγχρονά του λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης, τον Παρνασσισμό, τον Ρεαλισμό και τον Συμβολισμό και τέλος συνέδεσε έντεχνα τον στίχο του-άλλοτε λυρικός και άλλοτε στοχαστικός- με όλη την ελληνική στιχουργική παράδοση, από το ομηρικό δακτυλικό εξάμετρο έως και το μανιάτικο μοιρολόι.

Για κάποια χρόνια οι μελετητές της λογοτεχνίας υποτίμησαν το έργο του Παλαμά, σήμερα όμως όλοι συμφωνούν πως η επιρροή του παλαμικού έργου είναι τεράστια και πολυσχιδής, καθώς οι ποιητικοί δρόμοι που πρότεινε επηρέασαν ποιητές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως ο Σικελιανός και ο Πορφύρας ή ο Βάρναλης κι ο Λαπαθιώτης ή ο Ελύτης και ο Καρυωτάκης.

Παράλληλα με την ποίηση, είπαμε, πως ασχολήθηκε και με την κριτική λογοτεχνίας. Και σύμφωνα με το Νίκο Βέη «Η ποίηση του Παλαμά συνδέεται άρρηκτα με την κριτική του και η μία διαφωτίζει και επεξηγεί την άλλη σε βαθμό θαυμαστής ‘σύμπνοιας’ και κοινής συλλογιστικής» {mostip showimage=0 title=(1)}Νίκου Βέη «Παλαμικά (1895-1903), Νέα Εστία, 1903 (τομ. 34, τευχ. 397), σελ. 111.{/mostip}. Ο Παλαμάς, ως κριτικός λογοτεχνίας, βοήθησε το αναγνωστικό κοινό να έρθει σε επαφή με νέα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα της εποχής, αλλά και να γνωρίσει το έργο νέων, καινοτόμων ποιητών. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Τέλλου Άγρα: «…Δύσκολα θα μπορούσε να φαντασθή κανείς τι θα ήταν χωρίς τον Παλαμά τα Νεοελληνικά Γράμματα. Άραγε ποιοι θ’αποτελούσαν τη Νεοελληνική Ποίηση; Θα έλειπε ο Παλαμάς-αλλά θα έλειπε βέβαια και ο Σολωμός, θα έλειπε κι ο Κάλβος επίσης, αφού δεν θα υπήρχε για να τους ανακαλύψη και να τους επιβάλη ο Παλαμάς-ο κριτικός…». Υπήρξαν βέβαια και άλλοι που κατέκριναν τον Παλαμά ισχυριζόμενοι ότι επειδή ο ποιητής ήταν υπέρμαχος του Δημοτικισμού, παρασύρθηκε και υπερεκτίμησε το έργο κάποιων νέων λογοτεχνών.

Αλλά και στο θέατρο η συμβολή του Παλαμά ήταν σημαντική. Ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, υπέγραψε την ιδρυτική διακήρυξη που υποσχόταν την αναγέννηση της «δραματικής ποιήσεως και της σκηνικής τέχνης εν Ελλάδι» και αγωνίστηκε, μαζί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, για να αλλάξει τη νοοτροπία των παλαιών θιάσων που επέμεναν να παρουσιάζουν κλασικορομαντικά έργα του 19ου αιώνα και να εξοικειώσει τους θεατρόφιλους με τα ευρωπαϊκά νεωτερικά ρεύματα στη δραματική λογοτεχνία και το θέατρο.

{mosimage}Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε σε μια περίοδο πολύ δύσκολη για τους Έλληνες, μια που όλοι ζούσαν υπό τη Γερμανική Κατοχή. Όμως οι συμπατριώτες του, εκδηλώνοντας για άλλη μια φορά την πίστη και τον θαυμασμό τους στον ποιητή, αδιαφόρησαν για τον κατακτητή και έσπευσαν στο Α΄ Νεκροταφείο, θρήνησαν αλλά και τραγούδησαν τον Εθνικό Ύμνο, μετατρέποντας την τελετή σε μια παλλαϊκή διαμαρτυρία που πήρε δύναμη μέσα από τους συμβολικούς στίχους του Άγγελου Σικελιανού:

«Ηχήστε σάλπιγγες!
Καμπάνες βροντερές
δονήστε σύγκορμη τη χώρα
πέρα ως πέρα…» 
 
{mostip showimage=0 title=(1)}(1) Νίκου Βέη «Παλαμικά (1895-1903), Νέα Εστία, 1903 (τομ. 34, τευχ. 397), σελ. 111.{/mostip} Νίκου Βέη «Παλαμικά (1895-1903), Νέα Εστία, 1903 (τομ. 34, τευχ. 397), σελ. 111.