{mosimage}Γεννιέται στις 29/10/1882 στο Μπελάκ στην επαρχεία της Οτ Βιέν. Ο πατέρας του είναι μηχανικός και η μητέρα του, μία εκλεκτή γυναίκα που ζει αθόρυβα στην επαρχία και επηρεάζει σημαντικά το γιο της στα νεανικά του χρόνια. Παρακολουθεί μαθήματα στο σχολείο του Πελβουζέν και τελειώνει τις γυμνασιακές του σπουδές με υποτροφία, στο λύκειο του Σατωρού. Από μαθητής διακρίνεται για τις επιδόσεις του στα γράμματα και στον αθλητισμό.

Γρήγορα των συνεπήραν οι Έλληνες τραγικοί και ο Όμηρος, ο Ρακίνας, ο Μολιέρος και ο Λα Φονταίν. Ίχνη απ’ την κλασσική αυτή παιδεία τον ακολουθούν σε όλη του την πορεία. Απ’ αυτές τις πηγές ξεπηδούν τα πρόσωπα των μύθων του και τα λογοπαίγνιά του. Συνεχίζει τις ανώτερες σπουδές του στα γράμματα και το 1903 γίνεται  δεκτός στην Ecole Normale Superieure και στρέφεται προς τις γερμανικές σπουδές. Υπό την επιρροή του Σαρλ Αντλέρ γοητεύεται από τις γερμανικές μελέτες. Προσπαθεί να διαμορφώσει δύο εικόνες της Γερμανίας. Μία σύγχρονη και εθνική και μία παραδοσιακή και ποιητική. Προσπαθεί ακόμα να βρει κοινά σημεία και αναλογίες ανάμεσα στη γαλλική και τη γερμανική κουλτούρα.

Το 1906 κερδίζει μία υποτροφία για τη Γερμανία. Μαγεμένος από τη γερμανική μυθολογία και την παράδοση των γραμμάτων και της φιλοσοφίας αναρωτιέται αν είναι επιφορτισμένος να κουβαλήσει το μέτρο και τη γαλλική λάμψη στη Γερμανία και να μυήσει τους συμπατριώτες του στη γνώση του αόρατου και στη νυχτερινή ποίηση του Ρήνου. Ταξιδεύει στο Μόναχο, το Βερολίνο, τη Χαϊδελβέργη, την Αυστρία, την Ιταλία, τα Βαλκάνια, πολύ συχνά με τα πόδια, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Το 1906 ταξιδεύει στην Αμερική, τον Καναδά, τις Αζόρες, τη Μαδέρα ενώ δίνει διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το 1907 επιστρέφει στη Γαλλία και διαμένει στο Παρίσι.

Συναναστρέφεται με συγγραφείς και δημοσιογράφους. Δουλεύει σαν μόνιμος χρονογράφος στην εφημερίδα Le Matin. Γνωρίζει  διάφορους εκδότες και ανάμεσα σ’ αυτούς τον Μπερνάρ Γκρασσέ ο οποίος εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Επαρχιώτικα» Provinciales Tρία χρόνια αργότερα το 1910 μπαίνει με εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα του Υπουργείου Εξωτερικών.

Το 1914 καλείται στα όπλα. Επιστρατεύεται λοχίας και πολεμά με συνείδηση. Τραυματίζεται στην Αλσατία. Ντοκουμέντο των εμπειριών του από το μέτωπο της μάχης της Μάρνης αποτελούν «Τα πέντε βράδια και τα πέντε ξημερώματα της Μάρνης». Εκεί εμφανίζεται για πρώτη φορά ο στρατιώτης που χάνει τη μνήμη του που αποτελεί το βασικό ήρωα σε όλες τις συγγραφικές απόπειρες του Ζίγκφριντ. Πολεμά και τραυματίζεται και στη μάχη των Δαρδανελίων απ’ την οποία εμπνεύστηκε το «Αναγνώσματα για έναν ίσκιο». Ταξιδεύει στην Πορτογαλία και πάλι στην Αμερική με αποστολή ως δάσκαλος σε σχολές πολέμου. Έκτοτε η ιστορία της ζωής του είναι η ιστορία των έργων του και των υπηρεσιακών αποστολών του. Για την συμμετοχή του και την δράση του στον  πρώτο παγκόσμιο πόλεμο του απονέμεται το παράσημο της Λεγεώνας της τιμής.
Η φήμη του σαν συγγραφέας μεγαλώνει μετά τον πόλεμο και σκιάζει την ήδη λαμπρή καριέρα  του ανώτατου υπαλλήλου του κράτους.


Το 1939 ονομάζεται επίτροπος στο υπουργείο πληροφοριών  αλλά μετά την ήττα της Γαλλίας εγκαταλείπει τη θέση του και αποχωρεί από την δημόσια ζωή για να αφιερωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην λογοτεχνία. Πεθαίνει μόλις λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση.


Το έργο του εκπλήσσει για την ποικιλομορφία του. Ο πόλεμος ’14-18 τον εμπνέει για τα Lectures pour une ombre, Amica America και Adorable Clio και αυτός του ’39 για τα Pleins pouvoirs και Sans pouvoir.Πρόκειται για μία σειρά δοκιμίων που ενώ τα πρώτα χαρακτηρίζονται από ένα σεμνό ρομαντισμό και κάποια σκιερή ελαφρότητα, προχωρώντας προς τα δεύτερα γίνεται όλο και περισσότερο κριτικός, αυστηρός, ρεαλιστής. Βλέπει την πραγματικότητα με περισσότερη σαφήνεια και αποχωρίζεται απ’ τις όποιες ψευδαισθήσεις. Η πένα του γίνεται όλο και περισσότερο πικρή. Μερικές φορές έχει επίσης έμμεσα στα έργα του ή άμεσα μια δραστηριότητα λογοτεχνικού κριτικού όπως παρουσιάζονται στο "Les Cinq Tentations de La Fontaine" και στα σύντομα δοκίμια του που κυκλοφορούν στο περιοδικό Litterature.

Στον λογοτεχνικό τομέα εμφανίστηκε το 1909 με μία συλλογή διηγημάτων, Provinciales, την οποία ακολούθησε Η Σχολή των αδιάφορων (L'ecole des indifferents, 1911) και τα Αναγνώσματα για μία σκιά (Lectures pour une ombre, 1917) όπου το οξύ και διεισδυτικό πνεύμα του έδωσε τα πρώτα δείγματα μιας εξεζητημένης κομψότητας.

Έγινε διάσημος με το Σίμων ο περιπαθής (Simon le pathetique,1918), Amica America (1917) και κυρίως με το Ζίγκφριντ και Λιμουζέν (Siegfried et le Limousin,1922). Χάρη στον βαθύ ανθρωπισμό με τον οποίο ζωντάνευε το δράμα του πολέμου, υπήρξε τέτοια η απήχηση του τελευταίου αυτού μυθιστορήματος ώστε διασκευάστηκε αμέσως σε θεατρικό έργο που ανέβασε ο Zουβέ το 1928


Η συνάντηση του αυτή με τον Λουί Ζουβέ (Louis Jouvet) ήταν καθοριστική για να στραφεί προς το θέατρο και να ξεκινήσει την καριέρα του ως θεατρικός συγγραφέας. Μεταξύ των χρόνων 30-40 τα κείμενα του Ζιροντού και οι θεατρικές παραγωγές με τον Ζουβέ γοήτευαν το Παρίσι. Δημιούργησαν μία ασυνήθιστα κλειστή σχέση σκηνικής φαντασίας και δεξιοτεχνίας του λόγου. Ο ένας θαύμαζε τον άλλον για το ειδικό του ταλέντο. Στο πρόσωπο του Ζουβέ ο νέος συγγραφέας βρήκε τον ιδανικό ηθοποιό και σκηνοθέτη που φρόντισε και σκηνοθέτησε με αγάπη τα έργα του και ο σκηνοθέτης έναν συγγραφέα που είχε ανακαλύψει την μαγεία του δραματικού. Η σφριγηλή πρόζα του μυθιστοριογράφου υποτάχθηκε στον διάλογο γεμίζοντας τον με ήχους που δεν είχαν ξανακουστεί ως τότε. Ωστόσο αυτό το εκλεπτυσμένο και καλοδουλεμένο ύφος δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός, αλλά προσπάθεια έκφρασης ενός κόσμου ιδεών που παρουσιάζει μία καθαρή σύλληψη και διάρθρωση του οποίου ο δυναμισμός και η αξία επιβεβαιώνεται από την παρουσία των έργων του στα καλύτερα θέατρα του κόσμου.

Ο Ζιροντού πάντα  σε κάθε θεατρική παραγωγή υποστηρίζει τα πρωτεία του κειμένου, άποψη που ακολουθήθηκε πιστά απ’ τον Ζουβέ. Η σημαντικότητα και η καθαρότητα των κειμένων του ήταν τέτοια που ο σκηνοθέτης είπε πως έπρεπε να διδάξει τους ηθοποιούς πώς να μιλήσουν το κείμενο και όχι πώς να το παίξουν. Και οι δύο άντρες υπερασπίστηκαν το λογοτεχνικό θέατρο σε βάρος πιο θεαματικών ειδών παραγωγής στις οποίες το κείμενο θυσιαζόταν στην σκηνοθεσία.


Όλα τα έργα του τόσο τα θεατρικά όσο και τα μυθιστορήματα και οι νουβέλες του δεν αφήνουν αδιάφορο τον αναγνώστη. Εκνευρίζουν και ερεθίζουν αυτούς που τα κρίνουν ως ελαφρά και αφελή και ενθουσιάζουν τους θαυμαστές του που τα θεωρούν πνευματώδη ρομαντικά έργα. Δεν είναι εύκολο να διακρίνεις αν τα έργα του (μυθιστορήματα, νουβέλες) χαρακτηρίζονται απ’ την ευθραυστότητα του αριστουργήματος ή αυτή του καπρίτσιου.
Η θεατρική του παραγωγή είναι γερή και καδραρισμένη αν και πολλοί καταδικάζουν τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, αυτό το αδιόρθωτο "beau langage" σε μια περισσότερο αναγνώσιμη γλώσσα παρά ζωντανά θεατρική. Ίσως η λογοτεχνική αξία και οι πολλές διαφορετικές λογοτεχνικές αναφορές γίνονται λιγότερο εμφανείς στο θέατρο, αλλά είτε καλύπτουν μια δραματουργική πτώχευση είτε υποδηλώνουν μια κριτική των τεχνητών αντιπάλων της κλασσικής δραματουργίας.

Παρά τις διάφορες και διαφορετικές γνώμες των κριτικών ο Ζιροντού έδωσε  και ωραιότατα δείγματα διηγηματογραφίας:
Η Ιουλιέτα στην χώρα των ανθρώπων (Juliette au pays des hommes,1924, Μπέλλα,(Bella,1926), Εγκλαντίν(Eglantine,1927), Μάχη με τον άγγελο (Combat avec l'ange,1934 ), Εκλογή των εκλεκτών (Choix des elues,1939 ) αλλά είχε βρει στη θεατρική μορφή τον ιδανικό τρόπο να εκφράζει αρμονικά, εκλεπτυσμένα, φανταστικά παιχνιδίσματα και λεπτούς διαλογισμούς.
Στο θέατρο το κάπως πιραντελικό δράμα του αμνησιακού Ζίγκφριντ (Siegfried,1928) ακολούθησε η παράξενη παραλλαγή ενός γνωστού μύθου: Αμφιτρύων 38 (Amphitryon 38,1929 ) που κάτω απ’ την πνευματώδη και σπινθηροβόλο μορφή του έκρυβε μία αόριστη μελαγχολία. Ο τίτλος του έργου και μόνο επιδεικνύει των αριθμό των παραλλαγών που προηγήθηκαν της δικής του ιστορίας.


Η απόπειρα του να βρει μία καινούρια θεατρική αρχιτεκτονική απέτυχε το 1931 με το ανεπιτυχές, για το κοινό της εποχής, έργο του Ιουδήθ (Judith), αλλά ο Ζιροντού ξαναβρήκε αμέσως τη θερμή συμπάθεια του κοινού και της κριτικής με τη λεπτή και αφηρημένη φαντασία του Ιντερμέτζο (Intermezzo,1933) Ακολούθησαν: Τέσσα, η νύμφη με την πιστή καρδιά (Tessa, la nymphe au coeur fidele,1934 ) και το δηκτικό μονόπρακτο Συμπλήρωμα στο ταξίδι του Κουκ (Supplement au voyage de Cook,1935)

H αντιηρωική και αντιμυστικιστική ερμηνεία των κλασικών μύθων επαναλαμβάνεται με το: Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει (La guerre de Troie n'aura pas lieu,1935) στο οποίο το τρομερό μυστήριο του πολέμου ερμηνεύεται σαν ένα περιοδικά εμφανιζόμενο ιστορικό πεπρωμένο, στο οποίο η ανθρώπινη βούληση είναι ανίκανη να αντισταθεί. Ένα έργο που παίρνει τον μύθο μόνο σαν πρόσχημα για να δείξει την επικίνδυνη άνοδο της βίας και της αγωνίας στην Ευρώπη που θα καταλήξουν στον β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Απεναντίας στην Ηλέκτρα (Electre,1937) η πρωταγωνίστρια εξαπολύει την επανάσταση αναζητώντας με φανατισμό την απόλυτη δικαιοσύνη, έστω κι αν αυτή δημιουργεί πένθη και συμφορές.Τα μονόπρακτα του L'Impromptu de Paris (1937) και το Άσμα Ασμάτων (Le Cantique des cantiques,1938) έχουν μία παράξενη λεπτότητα που για μερικούς κριτικούς θυμίζει τον Μυσσέ. Στο πρώτο μάλιστα από αυτά τα μονόπρακτα γίνεται λόγος για την κοινωνική αποστολή του θεάτρου <<…Όλα θα πήγαιναν άσχημα αλλά υπάρχει πάντα το θέατρο…>>

Η ενότητα μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού καταλήγει σε δράμα στην αιθέρια Οντίν (Ondine,1939) διασκευή ενός αρχαίου γερμανικού μύθου, ενώ η αιώνια μάχη του καλού με το κακό τελειώνει με την πικρή ήτα  του <<ζεύγους>> άνδρας-γυναίκα στην σκληρή τραγωδία του Σόδομα και Γόμορρα (Sodome et Gomorrhe,1943).


Οι γνώμες των κριτικών διχάζονται όσον αφορά τον Απόλλωνα του Μπελλάκ (L'Apollon de Bellac,1942) που κατά τη γνώμη ορισμένων είναι ένα έργο πλούσιο  σε χυμώδες χιούμορ ενώ για άλλους είναι μία κουραστική και ρητορική απόδειξη της εξάντλησης μιας άλλοτε φλογερής φαντασίας.


Μετά τον θάνατο του και με διαφορετική τύχη ανεβάστηκαν στη σκηνή το εκρηκτικό Η τρελή του Σαγιό (La Folle de Chaillot,1945) που αργότερα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο και το τραγικό Για την Λουκρητία (Pour Lucrece,1953).
Για τον κινηματογράφο ο Ζιροντού έγραψε την κινηματογραφική διασκευή και τους διαλόγους την Δούκισσας του Λανζαί (La Duchesse de Langeais,1942) και το σενάριο και τους διαλόγους για τους Αγγέλους της αμαρτίας (Les anges du peche, 1944)

Δήμοκος: …Με τι μοιάζει ο πόλεμος;;

Εκάβη: …Με την πίσω πλευρά ενός μπαμπουίνου. Όταν ο μπαμπουίνος είναι ψηλά στο δέντρο, δείχνοντας μας τον πισινό του, έχουμε ακριβώς το πρόσωπο του πολέμου: κατακόκκινο, φολιδωτό, γυαλιστερό, πλαισιωμένο από μια πηχτή, ρυπαρή περούκα.

Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει.



Ανδρομάχη: Πως μπορείς και προβλέπεις όλες τις συμφορές...;
Κασσάνδρα: Υπολογίζω πάντα δύο ηλιθιότητες... αυτή των ανθρώπων και αυτή των πραγμάτων"
Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει.


Βάλντορφ:.. Ο Πόλεμος είναι η Ειρήνη

Λέντινγκερ: … Κάνετε λάθος Βάλντορφ…Ο Πόλεμος είναι ο Πόλεμος.

Ζίγκφριντ.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Η θεατρική τέχνη του Ζιροντού αφομοίωσε τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της γαλλικής λογοτεχνίας. Η αξία των εικόνων του είναι αποτέλεσμα της πυκνότητας και της λιτότητας της έκφρασης. Τα θέματα του σχετικά με το μεγαλειώδες αντικρούονται από έναν τόνο απλότητας που οι Γάλλοι ονομάζουν “ευγένεια”.


Ο συγγραφέας ποτέ  δεν πίστεψε πως η εποχή του ήταν συγκρίσιμη με τις περιόδους της ιστορίας στις οποίες άνθισε η κλασσική τραγωδία (5ος αι. π.χ., Ελισαβετιανή Αγγλία, Γαλλία του Λουδοβίκου 14ου). Πίστευε πως οι σύγχρονες τραγωδίες δε θα μπορούσαν να αποδώσουν την ιερότητα του Σοφοκλή ή του Ρακίνα και πως κάθε εποχή παράγει τις τραγωδίες που της αξίζουν. Αυτές λοιπόν του Ζιροντού είναι προσαρμογές στο στυλ και τους περιορισμούς του 20ου αιώνα. Ο Ζιροντού θαύμαζε απεριόριστα τον Ρακίνα. Σαν αυτόν, διάλεξε για ήρωες του γνωστές φιγούρες της μυθολογίας και της βίβλου (Judith, Electra, Siegfried κτλ).

Προτιμά αυτούς τους ήρωες που έχουν ζήσει όλες τις εποχές και όλους τους αιώνες στον δικό τους προσωπικό κύκλο, έξω απ’ τον οποίο μόνο ο ποιητής έχει το δικαίωμα να τους καλέσει. Στα έργα του Ζιροντού αυτοί οι χαρακτήρες φαίνεται να έχουν επίγνωση του τι εκπροσωπούν. Είναι γνώστες του γεγονότος ότι ο ρόλος δεν τους δημιουργεί, αλλά δημιουργεί τον λόγο τους. Οποιαδήποτε καταστροφή τους περιμένει σύμφωνα με την γνωστή τους μοίρα επιτρέπεται να παρουσιαστεί στην τραγωδία χάρη στη γλώσσα του δράματος.


Ενδιαφέρον σημείο αποτελεί η σημασία του πεπρωμένου σε όλα αυτά. Η σχέση πολέμου και πεπρωμένου. Το αναπόφευκτο, το διαγεγραμμένο και ο βαθμός αντίστασης σ’ αυτό. Το περιθώριο δράσης και η θέση της ελευθερίας. Ο διαχωρισμός των εννοιών πεπρωμένο και φαταλισμός όπου ακουμπά και το τραγικό. Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε τις θέσεις του Γάλλου συγγραφέα που πολέμησε με το όπλο, αλλά και με την πένα του απέναντι στον εχθρό, αλλά και απέναντι σε πράγματα που αγαπούσε. Είναι σημαντικό να πλησιάσουμε τη σκέψη ενός λαού μέσα από τις γραμμές του. Ποια η θέση των φιλειρηνιστών σε μία κατάσταση πεπρωμένου; Υπάρχει συναίνεση του ανθρώπου απέναντι σ’ αυτό; Δεν είναι αυτό το κάδρο της ελευθερίας; Δεν είναι η ελευθερία που υπογραμμίζει τον τραγικό χαρακτήρα απέναντι στη μοιρολατρία;  Δεν αποτελεί αυτό ένα από τα θεμέλια του πολιτισμού μας; Η πάλη του ανθρώπου ενδυναμώνει, ακόμα και εάν η ροή των πραγμάτων εμφανίζεται ως αναγκαία, ακόμα και αν φαίνεται σαν ήδη χαμένος ο αγώνας του. Δεν επικεντρώνεται εκεί ο τραγικός χαρακτήρας, όχι μόνο μεσ’ στο συμβολισμό της λογοτεχνικής έκφρασης, αλλά και το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σ’ αυτή την ιδιαιτερότητα του; Τη δυνατότητά του να επιλέξει ή όχι την αντίσταση απέναντι στην αδυναμία του μπροστά σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον.

Ο Ζιροντού πίστευε πως η ποίηση είναι ο μόνος δαμαστής της τραγωδίας, όποια μορφή και αν έχει αυτή, η μόνη δύναμη που θα επιτρέψει στον θεατή να την αντέξει. Ισχυριζόταν ότι το θέατρο είναι ικανό να δημιουργήσει ένα είδος κοσμικής θρησκείας, μιας που για τα περισσότερα έθνη αποτελεί ένα είδος ηθικής και αισθητικής εκπαίδευσης. Ο ίδιος έλεγε πως η θεατρική τέχνη είναι μια μορφή προφητείας. Αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πιο εκπληκτικές, τις πιο απλές αλήθειες τις οποίες ποτέ δεν συνειδητοποιεί πλήρως, όπως είναι το αναπόφευκτο της ζωής, το αναπόφευκτο του θανάτου, το νόημα της χαράς και της καταστροφής, το γεγονός ότι η ζωή είναι ταυτόχρονα πραγματικότητα και όνειρο.

Η γλώσσα του θεάτρου είναι λειτουργική ως προς την ιερότητα αλλά και ως προς την αφθονία της.Το μοιραίο πάθος στο οποίο παρουσιάζονται οι ήρωες του Ρακίνα λείπει από τους χαρακτήρες του Ζιροντού που φέρνουν στην επιφάνεια καθημερινά προβλήματα. Οι ήρωες του ζούνε μέρα με την ημέρα. Ζούνε την πραγματικότητα του πολέμου και των αποτελεσμάτων του . Ζούνε με την ανάγκη του ονείρου για ένα καλύτερο κόσμο. Ζούνε με την ανάγκη για επικοινωνία και αγάπη και τη γνώση των αδυναμιών τους.

Αυτός ο δημοσιογράφος του θεάτρου όπως ονόμαζε τον εαυτό του προσάρμοζε το ταλέντο του στην αποδοχή και την νοημοσύνη του κοινού του που αποδεχόταν πιο εύκολα τα τραγικά διλήμματα όταν παρουσιάζονταν με την ειρωνεία και την λογοτεχνική ευφυΐα του συγγραφέα. Ενέπνευσε το κοινό του με το νεανικό στοιχείο της ευγενική ειρωνείας, η οποία φαινόταν να τον απελευθερώνει απ’ όλο το σεβασμό στην παράδοση και τον παραδοσιακό σεβασμό. Το γαλλικό κοινό κατάλαβε πως κάτω απ’ την ευφυΐα, την λειτουργικότητα και την ελαφρότητα της προσέγγισης ο Ζιροντού ήταν υπέρμαχος του σκοπού της λογοτεχνίας. Πίστευε ότι η λογοτεχνία ήταν η τελευταία πηγή της ανθρωπότητας. Αυτή που θα βοηθούσε στη διέξοδο των προδιαγεγραμμένων τελματικών καταστάσεων που πήγαζαν από τα γεγονότα της εποχής.

Στα θέματά του αντιτίθενται μέσα από συνεχείς μάχες το ιδιωτικό στοιχείο και το κοινωνικό, ο πόλεμος και η ειρήνη, η λογική και η δικαιοσύνη, η σκέψη και η γλώσσα, η ψυχή και το κορμί. Το θέατρο του μοιραίου όπου όπως και ο ίδιος λέει «το προνόμιο των μεγάλων αυτού του κόσμου είναι να βλέπουν τις καταστροφές από μία ταράτσα. Αδύναμοι να επέμβουν διασκεδάζουν ανάλογα» Σε μία εποχή που ο πόλεμος στερεί την ελπίδα και η ισχύς αποδυναμώνει δε χωρούν οι ισχυροί. Δε χωρούν ούτε οι θεοί. Η Ηλέκτρα του κραυγάζει με απόγνωση: «Σ’ αυτή τη χώρα που είναι δικιά μου δεν εμπιστεύεσαι στους θεούς τη φροντίδα της δικαιοσύνης. Οι θεοί δεν είναι τίποτα άλλο από καλλιτέχνες.» Τι να σημαίνει όμως αυτή η καχυποψία του εργάτη της τέχνης όσον αφορά τα της πολιτείας, τα της δικαιοσύνης; Ίσως αυτή να αποτελεί μία αναφορά, ένα χαιρετισμό στην Πολιτεία του Πλάτωνα (Βιβλίο Χ), και στη θέση υπέρ της εξορίας των καλλιτεχνών εκτός πολιτείας. Εκτός πολιτείας, εκτός πολιτικής, εκτός επιβεβλημένων συνόρων. Ποια σύνορα δεσμεύουν τη σκέψη άλλωστε; Ποια Γαλλία και ποια Γερμανία να κρατήσουν αμιγώς ανεξάρτητό το λόγο της η μία από την άλλη, τις παραδόσεις και τη φιλοσοφία;

Ο πολεμιστής ποιητής, ο φιλειρηνιστής Γάλλος συγγραφέας με τις γερμανικές σπουδές ήθελε πάντα να φέρει πιο κοντά τις δύο χώρες που αλληλοσυμπληρώνονται. Οι θέσεις του αυτές αν και ουτοπικές καθρεφτίζονται καθαρά στα έργα του Ζίγκφριντ, Οντίν, Ιουδήθ Ο Πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει, Ηλέκτρα. Οι θέσεις του και οι απόψεις του για τον πόλεμο γίνονται ξεκάθαρες μέσα από τα έργα του και οι αντανακλάσεις του απαντώνται συχνά ως εφιάλτης στα κείμενα του.
Ας δούμε αναλυτικά κάποια από αυτά.

ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ (1922)


Ο Ζίγκφριντ είναι μία σπουδή πάνω στην συχνά επαναλαμβανόμενη σύγκρουση Γαλλίας-Γερμανίας.
Η υπόθεση του έργου ξεπήδησε από το μυθιστόρημα Ζίγκφριντ και Λιμουζέν (Siegfried et le Limousin,1922) που είχε τόσο μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό χάρη στον τρόπο που ζωντάνευε το δράμα του πολέμου, ώστε διασκευάστηκε αμέσως σε θεατρικό έργο.


Ο Ζίγκφριντ του Ζιροντού φέρει το όνομα του ήρωα του σημαντικότερου μεσαιωνικού έπους της γερμανικής λογοτεχνίας, των Νιμπελούνγκεν. Ο θρύλος του είχε επηρεάσει πολλούς καλλιτέχνες πριν απ’ τον Ζιροντού, ο συγγραφέας όμως δανείζει στον ήρωά του το όνομα του θρυλικού Ζίγκφριντ για να εκφράσει με τις πιο λεπτές πινελιές τη φρικαλεότητα  και την αοριστία του πολέμου τη σχετικότητα των ορίων ανάμεσα στα δύο κράτη. Αυτό το σπουδαίο σύμβολο της γερμανικής μυθολογίας χρησιμοποιεί ο Ζιροντού με μεγάλη δεξιοτεχνία προκειμένου να προσδώσει στον ήρωα του όλο το βάρος του ονόματος του, να φωτίσει τον αντικατοπτρισμό της γερμανικής σκέψης, συνείδησης και παράδοσης στο όνομα αυτό και ταυτόχρονα να το ανατρέψει στο παιχνίδι του νομίσματος με τις δύο όψεις, παιχνίδι της ίδιας της ύπαρξής του. Η Γερμανία ολόκληρη καμαρώνει για τον σπουδαίο Ζίγκφριντ που όμως δεν είναι γέννημα της όπως η παράδοση θα απαιτούσε αλλά έντεχνο επιτηδευμένο δημιούργημα της.

Ο Ζίγκφριντ βρίσκεται σαν τραυματίας πολέμου με αμνησία και χωρίς ταυτότητα. Η νοσοκόμα Εύα  τον βαφτίζει Γκέχεμρατ Ζίγκφριντ και του ξαναμαθαίνει να μιλάει. Έτσι ερήμην του, μια νέα ζωή αρχίζει γι’ αυτόν. Αναζητώντας σημάδια του παρελθόντος και της ζωής του πριν τον τραυματισμό του, ψάχνει ανάμεσα στους γονείς των αγνοουμένων, τους Γερμανούς γονείς του. Στο μεταξύ έχει γίνει νομικός, κρατικός σύμβουλος και ο πιο δημοφιλής άνδρας στην Γερμανία. Φιγούρα που αντιπροσωπεύει τον νεωτερισμό, τον δυναμισμό και την αλλαγή.


Ταυτόχρονα στο προσκήνιο βρίσκεται και ο Βαρόνος Φον Ζελτέν το σύμβολο του ρομαντισμού και της παλιάς Γερμανίας. Έχει ζήσει στην Γαλλία και γνωρίζει την ταυτότητα του Ζίγκφριντ. Ο Ζελτέν φτάνει στο σημείο να θέλει να προκαλέσει πραξικόπημα. Καλεί την Ζενεβιέβ (ερωμένη του ήρωα από το ξεχασμένο του παρελθόν) στην Γερμανία για να αποκαλύψουν την αληθινή ταυτότητα του Ζίγκφριντ. Η αποκάλυψη γίνεται μπροστά στο πολιτικό-στρατιωτικό του επιτελείο.
Ο Ζίγκφριντ στην πραγματικότητα είναι Γάλλος. Είναι ο συγγραφέας Ζακ Φορεστιέ. Στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που καλείται να πολεμήσει την πνευματική του πατρίδα.Ο ήρωας διχοτομείται ανάμεσα στις δύο πραγματικότητές του.

Σωστό θα ήταν να εξετάσουμε σφαιρικά την εξέλιξη του χαρακτήρα του Ζίγκφριντ μέσα στο ευρύτερο έργο του Ζιροντού και σχετικά με τη σκέψη του γύρω από την γαλλική κουλτούρα και τον πολιτισμό, αλλά παράλληλα και με την γερμανική και τις σχέσεις και των δύο πολιτισμών που καταγράφονται καθαρά στο πρόσωπο του Ζίγκφριντ.

Στην περίπτωση του Ζίγκφριντ η αμνησία, υλικό που  χρησιμοποίησε ο συγγραφέας από  τις μνήμες του μετώπου, παίζει πρωταρχικό ρόλο. Αυτή δημιουργεί την απιστία στο «γαλλικό» παρελθόν του και την κατάσταση της παράδοξης επιλογής ανάμεσα σε δύο αντίθετες πραγματικότητες, που ο ήρωας παρόλα αυτά υπηρετεί πιστά. Η αμνησία δημιουργεί τη συνειδησιακή του αδυναμία και την δυσκολία επιλογής. Ο Ζίγκφριντ λοιπόν φαίνεται να βρίσκεται σε μια κατάσταση χωρισμού απ’ το παρελθόν και μέσα στη λήθη του ψηλαφώντας, ψάχνει, ελπίζοντας να καλύψει αυτό το χάσμα που τον χωρίζει απ’ τους ανθρώπους του.
Δισταγμός ανάμεσα στην Εύα και την Ζενεβιέβ υπήρχε ήδη από το διήγημα, αλλά μόλις που τον είχε σκιαγραφήσει ο Ζιροντού. Οι δύο γυναικείες μορφές από τις δύο διαφορετικές του πατρίδες. Η Εύα  απεικονίζει την Γερμανία σε επίπεδο πολιτικής δράσης και πράξης.

Η Ζενεβιέβ την Γαλλία στο επίπεδο της πιο ενδόμυχης εγκατάλειψης.  Στο θεατρικό έργο μέσα απ’ τον κόσμο της Ζενεβιέβ το σύνολο των εικόνων, των συσχετισμένων εικόνων  ενισχύει το αισθηματικό επίπεδο αλλά επίσης διαγράφει το συναισθηματικό σύμπαν του ήρωα ο οποίος λόγο της κατάστασης του αλλά και του χαρακτήρα του δεν είναι σε θέση να μιλήσει για τον εαυτό του. Τις πληροφορίες για τον Ζακ και τον Ζίγκφριντ τις παίρνουμε περισσότερο από τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας παρά απ’ τον ίδιο. Μέσα λοιπόν απ’ την Ζενεβιέβ ολοκληρώνεται ο μύθος, η μυθική όψη της ιστορίας που ξεκινά  με την πράξη την Εύας.
Στο θεατρικό ο Ζιροντού αναγκασμένος να δώσει μια πλήρη δραματική δυναμική στο έργο, παρουσιάζει τον Ζελτέν με μία πιο έντονα Γερμανική συνείδηση και αποσπά την Ζενεβιέβ απ’ αυτόν για να την ενώσει σαν πιστή σύντροφο με τον Φορεστιέ.

Στο πιο βαθύ επίπεδο της σύγκρουσης και του δράματος η  συμπεριφορά του Ζίγκφριντ παραμένει παθητική ως προς την εμμονή του για το παρελθόν. Ενώ ο Ζελτέν αντιτίθεται καθαρά σ’ αυτόν, ο Ζίγκφριντ δεν αντιτίθεται σε τίποτα και σε κανέναν. Αυτή η σχέση σαφώς διακρινόμενη της διαφοράς Γαλλίας-Γερμανίας, εξηγεί τον μύθο όπως και τις πιθανές λύσεις που είχε φανταστεί για το έργο ο συγγραφέας.

Ο Ζελτέν είναι εναλλακτικός χαρακτήρας και άποψη πάνω στην γαλλική και την γερμανική κουλτούρα. Ενσαρκώνει την παλιά Γερμανία, το ρομαντισμό. Νοσταλγός και φίλος της γραφικότητας είναι ταυτόχρονα φίλος της Γαλλίας και του τρόπου ζωής της. Η διαφορά του με τον Ζίγκφριντ είναι πως έχει μάλλον καθορίσει το πολιτισμικό του πρότυπο παρά το πολιτικό, ενώ ο αμνησιακός ήρωας μοιάζει χαμένος  μετά το δίλημμα της ταυτότητας που του παρουσιάζεται. Αν το δράμα ήταν απλώς μία αλληγορία ο Ζελτέν θα έπρεπε να είναι με το μέρος της Γερμανίας στο πλευρό της Εύας και του Ζίγκφριντ. Δραματικά είναι εναντίων τους και παρουσιάζεται σύμμαχος της Ζενεβιέβ και του Ζακ. Γερμανός ρομαντικός μαγνητίστηκε όπως πολλοί Γερμανοί διανοούμενοι απ’ την Γαλλία, την ποίηση της, το θέατρο της και κυρίως απ’ την φιλελεύθερη φιλοσοφία της. Έτσι και ο Ζελτέν στρέφεται προς την Γαλλία συναισθηματικά και αισθητικά. Η δράση του μέσα στο θεατρικό είναι εμφανής. Αντιτίθεται στα σχέδια της Εύας, και στις πολιτικές αποφάσεις που τον περιβάλουν. Είναι φίλος του Ρομπινώ και της Ζενεβιέβ και όταν το πραξικόπημα του αποτυγχάνει εξορίζεται στο σπίτι του, δηλαδή στην Γαλλία.

Στο μυθιστόρημα ο Ζελτέν ζει στην Γαλλία και  ονειρεύεται ένα θεσμό του οποίου το πρώτο άρθρο θα είναι  η γάλλο-γερμανική συμμαχία, Είναι σύζυγος της Ζενεβιέβ. Όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος σχετίζονται με την τέχνη. Είναι όλοι Παριζιάνοι, γαλλόφωνοι και γενικά πολύ φιλικοί με την γερμανική κουλτούρα. Τελικά όλοι οι ήρωες είναι όψεις του ίδιου συνειδητά αποσπασμένου προσώπου που δεν είναι άλλο απ’ τον  ίδιο τον συγγραφέα μοιρασμένο ανάμεσα στις δύο κουλτούρες, στις δύο γλώσσες, στους δύο πολιτισμούς  που η μοίρα τον οδήγησε στο να πολεμήσει ενάντια στη μία πλευρά του. Και στο μυθιστόρημα όπως και στο θεατρικό ο Ζελτέν είναι αυτός που δρα και καταστρέφει τον ψεύτικο Ζίγκφριντ και φέρνει τον συγγραφέα Φορεστιέ στην γενέτειρα του Limousin. Μέσα στη δυναμική της σύγκρουσης ο ήρωας παρουσιάζει μία εμμονή στην γαλλική παιδεία, στην φύση, στη μαγεία. Βρίσκει μέσω έκφρασης στην παρισινή τέχνη και τον γερμανικό ρομαντισμό.

Όσο για τον κεντρικό ήρωα, τον Ζίγκφριντ, οι δύο καταστάσεις, οι δύο πατριδες του δεν είναι αντίθετες. Συμφιλιώνονται μέσα στο πνεύμα του Ζιροντού ο οποίος για να φτιάξει το έργο του, ακόμα και μέσα στην καθημερινή του σκέψη πρόβαλε την προσωπική του εσωτερική σύγκρουση πάνω στο γάλλο-γερμανικό πρόβλημα της εποχής του και αυτό σε δύο επίπεδα που τον αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα, αυτό του νέου διπλωμάτη θαυμαστή του Aristide Briand και αυτό του ευαίσθητου προς τον γερμανικό ρομαντισμό Γάλλου συγγραφέα.

(…)Ζίγκ : Δεν υπάρχει πόνος τόσο αντίθετος, εμπειρίες τόσο εχθρικές μεταξύ τους ώστε να μην μπορούν μια μέρα να ενωθούν σε μία μόνο ζωή γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι πάντα το πιο ισχυρό χωνευτήρι.

(…)Ζιγκ: Αρνούμαι να σκάψω χαρακώματα μέσα μου


Η λύση του έργου είναι σημαντικός παράγοντας της κατανόησης γιατί η τελική επιλογή του συγγραφέα διασαφηνίζει την αισθηματική τονικότητα.
Ο Ζίγκφριντ ούτε στο μυθιστόρημα ούτε στο θεατρικό τελειώνει και τόσο καλά αφού η Γερμανία και η Γαλλία χωρίζονται. Ο ήρωας επανέρχεται στο παρελθόν του με την ελπίδα μιας αναγέννησης, πράγμα που φαίνεται ευτυχές αλλά ταυτόχρονα αρνείται το παρόν του, πράγμα που αποκλείει την επιτυχία του και την άνοδο του.

Το πολιτικό φάσμα του έργου εμμένει κυρίως σε ένα «διπλωματικό επίπεδο» των δύο χωρών μετά το τραύμα του μεγάλου πολέμου -παρά σε μία πολιτική ανάλυση ή πολιτική πραγματικότητα-στα όρια του συμβολισμού και σε διμερές πλαίσιο. Γαλλία-Γερμανία… Ο πολιτισμός, οι τέχνες, το συναίσθημα: διαχωρισμός, σύγκλιση, συνοχή. Σχήμα που γίνεται απροκάλυπτα εμφανές μέσα απ’ τις ειρωνείες του συγγραφέα στην πρώτη σκηνή της τέταρτης πράξης σχετικά με την ιδεατή γραμμή.

(…)Γάλλος τελωνιακός: Αν θέλετε κάντε μου τη χάρη να μην ταλαντεύεστε πάνω στην ιδεατή γραμμή.

(…)Γάλλος τελωνιακός: Νόμιζα ότι ήταν προφανές ότι ο καθένας θα ξεσκόνιζε αρχίζοντας απ’ την ιδεατή γραμμή και προς τα έξω… Θα μπορούσες να κρατήσεις τη σκόνη για τη χώρα σου.


Στην αμφιταλάντευση του Ζίγκφριντ συγκλίνουν οι τάσεις των δύο χωρών για να ταυτιστούν συμβολικά πριν χωριστούν πραγματικά στην καθημερινότητα τους. Χωριστές ενότητες αλλά ενωμένες στο πεπρωμένο τους, έχοντας ξεφορτωθεί το βάρος των συμβόλων και των αντίστοιχων μύθων. Ένας χωρισμός που δεν έγκειται σε μία ουσιώδη αιτία αλλά σε έναν παράγοντα της τύχης, σε ένα ατύχημα στην διαδρομή. Σ΄ αυτή τη διαδρομή που δεν είναι οδηγία του πεπρωμένου, αλλά η ζωή κάποιων ανθρώπων που μπορεί να βρεθούν απ’ την μία πλευρά στην άλλη. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η πλευρά  χάνει τη σημασία της. Για τον συγγραφέα αυτή η σημασία είναι το πολιτισμικό ίχνος και η αξία του.


Το παράδοξο είναι ότι δημιουργείται σταυρός σχέσεων  πολιτισμικής ανάμιξης. Ο Φοντζελού είναι γαλλικής καταγωγής και ο Γερμανός Ζελτέν ακολουθεί μια «γαλλική ζωή» Οι πλευρές που μάχονται ταυτόχρονα συνεργάζονται, συμβιβάζονται προ κειμένου να οδηγήσουν μία ύπαρξη στον ολοκληρωτικό διαχωρισμό των δύο ίδιων πλευρών του.Είναι παρόλα αυτά εμφανές πως ο Ζιροντού θέλει να  παρουσιάσει την αντίθεση της σύγκρουσης απαλλαγμένη από τα πάθη. Αποβάλει γενικά το πάθος ακόμα και απ’ το ερωτικό πεδίο. Σ’ αυτήν τη καθησυχασμένη από πάθη ατμόσφαιρα μια σύμβαση φαίνεται πραγματοποιείται στη συνείδηση του ήρωα.

Η θέση λοιπόν του  Ζίγκφριντ σε σχέση με τα έργα του Ζιροντού είναι  κάτι ανάμεσα στο κωμικό -όπως ο Αμφιτρύων-  και σ’ αυτό της καταδίωξης του θρησκευτικού πάθους όπου λύνονται συνήθως οι τραγωδίες του συγγραφέα.
Η αγωνία εξελίσσεται, λύνεται με την μελαγχολία η οποία στο τέλος αναμιγνύεται με την ελπίδα.

Είναι σαφές πια ότι η σκέψη του συγγραφέα σχετικά με τον εθνικιστικό προβληματικό χαρακτήρα της Γερμανίας ήταν υπεράνω κάθε υποψίας σχετικά με αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Η πραγματικότητα ξεπέρασε κατά πολύ τη φαντασία. Η γνώση της γερμανικής κουλτούρας τον έκανε να σκεφτεί μια μάλλον αριστοκρατική, συντηρητική και παραδοσιακή εθνικιστική έξαρση παρά μία παρανοϊκή λατρεία,  μιας εθνικιστική επανάσταση, όπως αυτή εξελίχθηκε από τον ναζισμό.

Ο Ζιροντού έπαιξε με τις αλληγορίες όπως και ο ίδιος παραδέχεται σε μία συνέντευξη τύπου: “Θέλησα να δώσω στο θέατρο μία ιδέα τόσο δυνατή που να αποσπαστεί απ’ το σύνηθες πλαίσιο και να βάλει όλη την υπόθεση, σε δεύτερο πλάνο…. Κατά την νεότητα μου έζησα αρκετά στην Γερμανία μάλιστα αρκετά χρόνια σπούδασα εκεί και αυτό που μου έμαθαν οι Γερμανοί για τους ίδιους και για την χώρα τους είναι αυτό που με τη γαλλική ψυχή μου θέλησα να βάλω στον Ζίγκφριντ.
( Intransigeant, 8-5-1928)’’

ΙΟΥΔΗΘ (1931)
Άλλο ένα πρόσωπο που δανείζεται ο συγγραφέας προκειμένου να υμνήσει τον άνθρωπο, τη φύση του και τις βαθύτερες ανάγκες του που υπερβαίνουν κάθε μορφή καθήκοντος. Η κεντρική ηρωίδα σκοτώνει πραγματικά τον Ολοφέρνη, αλλά όχι για να εκπληρώσει το χρέος της προς την πατρίδα και το θεό. Ο έρωτας, το πάθος και οι συνέπειες αυτού οπλίζουν το χέρι μιας βαθειά ερωτευμένης γυναίκας. Με την κεντρική του ηρωίδα ταυτίζεται απόλυτα ο ίδιος ο συγγραφέας που εξαναγκάστηκε στο όνομα της πατρίδας και του καθήκοντος να αρνηθεί  την ειρηνική του φύση. Να απωθήσει τη νεανική του ανάγκη για αγάπη και να πολεμήσει για την πατρίδα του. Οι εικόνες της πολιορκημένης πόλης, της εξαθλίωσης ενός λαού και της πείνας και οι αντίστοιχες του στρατοπέδου κάνουν ορατό για άλλη μια φορά το πρόσωπο του πολέμου.

Το χρέος της ηρωίδας να σώσει το λαό του Ισραήλ από την καταστροφή είναι ανάλογο με το χρέος του στρατιώτη. Απ’ την άλλη η αδυναμία των στρατιωτών και η άρνησή τους να πολεμήσουν, παρουσιάζουν τόσο έντονα την ανάγκη του ανθρώπων, ακόμα και του πολεμιστή για ειρήνη και ζωή. Η Ιουδήθ ερωτεύεται τον εχθρό της Ολοφέρνη και η αγάπη της ξεπερνά το καθήκον. Τραγική ειρωνεία του συγγραφέα αποτελεί η κωφάλαλη υπηρέτρια, και ο παραλληλισμός της με το θεό, ο οποίος στέκεται ως κωφάλαλος απέναντι στο λαό του και στην άδικη αποστολή της εκλεκτής του. Θλιβερή η εικόνα του λαού. Οι ίδιοι άνθρωποι που τη μία στιγμή είναι έτοιμοι να τιμωρήσουν την Ιουδήθ επειδή εξαπάτησε το θεό, μετά το φόνο, υμνούν τη γενναιότητά της εμποδίζοντας την να κραυγάσει την αλήθεια της. 

Τέλος η δολοφόνος - ερωμένη καταφέρνει να ακουστεί και να εκδηλώσει τα πραγματικά συναισθήματα αγάπης που τρέφει προς τον εχθρό της.  Δεν ακούγεται και πάλι εδώ η κραυγή του ανθρώπου που πολέμησε ενάντια στο λαό που τον εκπαίδευσε και που θαυμάζει; Η αμφίσημη παρουσία του αγγελιαφόρου που στα μάτια της διαμορφώνει την αίσθηση της αγιότητάς της, ενώ ο ίδιος στην πραγματικότητα την κατηγορεί ως πόρνη δίνει τις πιο λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για την αγιότητα του πάθους που ξεπερνά κάθε εντολή “θεϊκή” ή ανθρώπινη. Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας μας κλείνει το μάτι και μας χαρίζει ένα πικρό του χαμόγελο, ως προς την αντίθεση του καθήκοντος για την όποια αποστολή και τη θεία αποστολή του ανθρώπου για ζωή.


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ (1935)


Ο πόλεμος είναι θέμα που κρατά μια σημαντική θέση στα έργα του Ζιροντού. Εδώ όμως γίνεται μοναδικό θέμα του έργου του, όπως ακριβώς για την εποχή του ήταν και το μοναδικό θέμα εναγώνιων συζητήσεων σε όλη την Ευρώπη. Σε μία χώρα καταπονημένη από τα σημάδια του πολέμου, σε μία εποχή όπου όλη η Ευρώπη αποτελεί εμπόλεμη ζώνη, όπου διαρκώς όλα είναι έτοιμα να εκραγούν, ο συγγραφέας θίγει τη ματαιότητα του πολέμου μεταφέροντας το επίκεντρο στην Τροία. Τα πρόσωπα γνωστά από την Ιλιάδα, αντικατοπτρίζουν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Οι ήρωες γνωρίζουν τον πόλεμο και τη φρικτή του πραγματικότητα. Οι ήρωες που πολέμησαν, σαν τον Ζιροντού, δεν διστάζουν να αποποιηθούν την ηρωική τους ταυτότητα και τους τιμητικούς τίτλους για χάρη της ειρήνης. Πάντα όμως υπάρχουν δύο στρατόπεδα. Αυτοί που επιθυμούν την ειρήνη και αυτοί που εκ του ασφαλούς και εις βάρος τον ηρώων επιθυμούν τον πόλεμο. Στην ομάδα ειρήνης πρωτοστατούν ο Έκτορας, η Ανδρομάχη και η Εκάβη. Στην ομάδα πολέμου ο Πρίαμος και ο ποιητής Δημόδοκος, ο εκπρόσωπος του δικαίου Βούσιρις και οι ξεμωραμένοι γέροι της Τροίας.


Ο ποιητής Δημόδοκος καταπιάνεται να φτιάχνει φθηνά προπαγανδιστικά στιχάκια, πολεμικούς ύμνους. Η ηλιθιότητα και ο κυνισμός του τον καθιστούν  εχθρό του Έκτορα και της ειρήνης, εχθρό του ίδιου του συγγραφέα. Με το που επιστρέφει ο ήρωας από τον τελευταίο πόλεμο υπόσχεται στην Ανδρομάχη να κάνει τα πάντα για να διασφαλίσει την ειρήνη.  Οι πράξεις όμως του Πάρη και η συμπεριφορά των γερόντων δυσκολεύουν το έργο του. Ένας νέος πόλεμος απειλεί. Τραγική φιγούρα που προδιαγράφει την πορεία του έργου είναι η Κασσάνδρα. Το πρόσωπο που πατά στο παρελθόν και προοιωνίζει το μέλλον. Είναι η φωνή της πραγματικότητας που δε δίνει χώρο στην ουτοπική σκέψη του κεντρικού ήρωα και κατ’ επέκταση του συγγραφέα.
Είναι η γνώση της φρικαλεότητας του πολέμου και των σκοπών που κρύβονται πίσω από αυτόν. Με γλυκύτητα ο Ζιροντού εναποθέτει τα αίτιά του στους θεούς και στο πεπρωμένο. Με γλυκύτητα για να μην πληγώσει περισσότερο τον κόσμο που τόσο έχει υποφέρει από τα δεινά του πολέμου.

Ανδρομάχη:Όταν έφυγε, πάνε τρεις μήνες τώρα, μου ορκίστηκε πως αυτός ο πόλεμος θα ‘ταν ο τελευταίος.
Κασσάνδρα:Ήταν ο τελευταίος όμως ο επόμενος τον περιμένει.
Ανδρομάχη:Δεν κουράζεσαι να βλέπεις και να προβλέπεις μόνο φοβερά πράγματα;
Κασσάνδρα:Δε βλέπω τίποτε Ανδρομάχη. Δεν προβλέπω τίποτε. Μόνο που υπολογίζω τούτες τις δύο ηλιθιότητες. Των ανθρώπων και των θεών.

Τραγική φιγούρα αποτελεί και η μικρή Πολυξένη. Το παιδί που παρορμητικά αποκαλύπτει τις σκέψεις του, υποκινείται από την Ελένη να κατανοήσει την έννοια της απώλειας, ενώ ταυτόχρονα η ίδια του η παρουσία υπογραμμίζει διαρκώς τη φρικαλεότητα και την ανοησία του πολέμου.


Ανάμεσα στις δύο θέσεις ειρήνης-πολέμου, με διαλόγους που αγγίζουν το παράλογο παραπαίει η Ελένη. Η πρόφαση και το κέρδος. Η εύθραυστη “μάντισσα” Ελένη που δε διαλέγει και αφήνεται στα χέρια των αρχηγών.  Χωρίς αντίρρηση, αλλά με γνώση του συμβόλου της ύπαρξής της και διαχωρίζοντας τον εαυτό της απ’ το πλήθος των ανθρώπων, κάνει ότι της ζητούν. Όπως και σε άλλα έργα του συγγραφέα οι γυναικείες μορφές είναι αυτές που παρουσιάζονται περισσότερο συνειδητοποιημένες ως προς τη σκληρή πραγματικότητα και οι άντρες αυτοί που οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον. Το ειρωνικό στοιχείο του έργου είναι ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί μονάχα έγκλημα αλλά και λάθος, καθώς ο Πάρης και η Ελένη δεν αγαπιούνται. Μία πραγματική αγάπη θα μπορούσε να δώσει δικαίωση στον πόλεμο. Όμως όχι. Η τραγική έλλειψη της αγάπης τον καθιστά ακόμα πιο σκληρό.

Ανδρομάχη: Λοιπόν, σας ικετεύω Ελένη. Με βλέπετε εδώ πέρα κολλημένη πάνω σας σα να σας ικετεύω να αγαπήσετε εμένα. Αγαπήστε τον Πάρη. Ή πέστε μου πως πέφτω έξω. Πέστε μου πως θα σκοτωθείτε αν πεθάνει! Πως δέχεστε να σας παραμορφώσουν για να ζήσει αυτός! … Τότε ο πόλεμος δε θα ‘ναι μια αδικία αλλά μια μάστιγα. Θα προσπαθήσω να τον ανεχτώ.

Η Ελένη αν και γνωρίζει το πεπρωμένο κατανοεί την ανάγκη για ειρήνη, βοηθά τον Έκτορα στις προσπάθειές του. Οι πόρτες του πολέμου αρχίζουν να κλείνουν. Ο Έκτορας υπομένει την ταπείνωση και το χτύπημα του Αίαντα για χάρη του πολέμου, το φτύσιμό του, τον εξευτελισμό του μπροστά στα μάτια της Ανδρομάχης. Όλα για χάρη της ειρήνης. Ο ήρωας ξεκαρφώνει την δυναμική, ηρωική προσωπίδα που του προσδίδουν οι άλλοι για να εμφανίσει το βαθειά ανθρώπινο και πληγωμένο από τους πολέμους πρόσωπό του. Διαπραγματεύεται την τιμή της Ελένης υποτιμώντας τον ανδρισμό του Πάρη και ολόκληρης της φυλής του.


Κορυφαία σε ατμόσφαιρα και ρυθμούς είναι η σκηνή Έκτορα – Οδυσσέα  κατά την οποία ο βασικός ήρωας διαπιστώνει πως πριν από κάθε πόλεμο οι αντίπαλοι συναντώνται δοκιμάζοντας ειλικρινά να σώσουν την ειρήνη, καταλήγοντας εντέλει στον πόλεμο, όσο και η σκηνή της αποχώρησης του Οδυσσέα και της πορείας του προς τα πλοία. Τα δευτερόλεπτα που μετρούν αντίστροφα και οδηγούν στην ειρήνη μέσω της παράδοσης της Ελένης.


Αν όμως η Ελένη είναι η αφορμή ο ίδιος ο Έκτορας, η φωνή της ειρήνης, γίνεται η βασική αιτία του πολέμου. Πραγματοποιεί τη μοιραία κίνηση. Σκοτώνει το Δημόδοκο και ο θάνατός του με δόλο χρησιμοποιείται εναντίων του. Η ύβρις ενός θανάτου εγείρει τον πόλεμο.  Ο θύτης και το θύμα είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Μέσα από το πρόσωπο του Έκτορα ο συγγραφέας εκφράζει τον ειρηνιστικό αντικομφορμισμό του και το φόβο του για τα μεγάλα λόγια και μας καλεί μέσα από μία διάθεση τραγικής φάρσας να ταχθούμε με το μέρος του. Η ανάμιξη του παρελθόντος και του παρόντος, της φαντασίας και της πραγματικότητας, αποδεικνύει πόσο ξεφεύγει από τα ανθρώπινα ο πόλεμος   και πώς καταλήγει απάνθρωπος μέσα από τις ανθρώπινες ραδιουργίες με πρόφαση τη θεϊκή βούληση. Θα μπορέσει το πεπρωμένο να νικηθεί απ’ την έλλογη ανθρώπινη βούληση;  Ο συγγραφέας πάντα ελπίζει πως θα έρθει η στιγμή που ο «Τρωικός πόλεμος δε θα γίνει». Πόσο έντονα καθρεφτίζεται ο πόθος των ανθρώπων για την ειρήνη τη στιγμή που όλα προετοιμάζουν τον πόλεμο. Πόσο ανέφικτη φαίνεται αυτή η ειρήνη σύμφωνα με τις ραγδαίες εξελίξεις της εποχής του.

ΗΛΕΚΤΡΑ (1937)
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του συγγραφέα με έντονες επιρροές από την ποίηση και του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και έκδηλη  την παρουσία του τραγικού στοιχείου, καθώς η ηρωίδα του διχάζεται μεταξύ της καταστροφής της πόλης της και της απόδοσης δικαιοσύνης. Η παραγκωνισμένη ηρωίδα αναπτύσσει αργά και σταθερά την ιδέα της εκδίκησης. Αντιστέκεται σιωπηλά κατά του Αιγίσθου και των προσπαθειών του να την παντρέψει. Οι σκέψεις του Ζιροντού περί θεοτήτων και αδυναμιών αυτών, αυτή τη φορά εκφράζονται και μέσω του Αίγισθου και μέσω της Ηλέκτρας.  Αποστολή κάθε ηγέτη κράτους είναι να κρατά τους θεούς εν ύπνω λέει ειρωνικά ο βασιλιάς. Η Ηλέκτρα ενδυναμώνεται από την παρουσία του αδελφού της Ορέστη και η αγνότητα δίνει τη θέση της στην οργή, στο μίσος, στην απολυτότητα. Η λέξη δικαιοσύνη γίνεται εμμονή και με τη σειρά της αφαιρεί κάθε θεική παρέμβαση από το ενδεχόμενο της λύσης.

Ηλέκτρα :Σ’ αυτή τη χώρα που είναι δικιά μου, δεν εμπιστέυεσαι τη φροντίδα της δικαιοσύνης στους θεούς. Αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά καλλιτέχνες.
Η αθωότητα ωθεί τον Ορέστη στην εκδίκηση. Το δράμα καταλήγει με την δολοφονία των γονιών του Αγαμέμνονα ενώ η πόλη του Άργους παραδίδεται στις φλόγες του πολέμου.
Γυναίκα: Πού είμαστε φτωχή μου Ηλέκτρα, πού;
Ηλέκτρα: Πού είμαστε;
Γυναίκα: Ναι εξήγησε μου. Ποτέ δεν καταλαβαίνω γρήγορα τις καταστάσεις. Αισθάνομαι βέβαια ότι κάτι συμβαίνει, αλλά πάντα κάνω κακή εκτίμηση. Πώς ονομάζεται αυτό, όταν ξημερώνει όπως σήμερα και όλα μοιάζουν μπερδεμένα, αλλά παρόλα αυτά ο αέρας συνεχίζει να φυσά. Όταν η πόλη καίγεται και οι αθώοι αλληλοσκοτώνονται, ενώ οι ένοχοι κρύβονται σε μια γωνιά της μέρας που έρχεται.
Ηλέκτρα: Ρώτησε το ζητιάνο. Εκείνος ξέρει.
Ζητιάνος: Όλο αυτό έχει ένα πολύ όμορφο όνομα γυναίκα. Ονομάζεται αυγή. 


Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας παρουσιάζει τη φρίκη του πολέμου, το βάρος που πέφτει στις πλάτες των αθώων και την ασφάλεια που υποκλέπτουν οι ένοχοι, για άλλη μια φορά όμως καταλήγει με μία νότα αισιοδοξίας. Μετά από έναν αγώνα για δικαιοσύνη, μετά την καταστροφή και το πένθος, μια αυγή θα ξημερώσει με την ελπίδα να είναι καλύτερη. Είναι προφανές ότι με αυτό το έργο του ’37 παίρνει θέση απέναντι στα γεγονότα και καταγράφει την άποψη των ανθρώπων της γενιάς του που έζησαν τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και διαβλέπουν στον ορίζοντα ένα δεύτερο και σκληρότερο, στον οποίο εξωθούνται οι αθώοι πολίτες εξαιτίας τις ματαιοδοξίας κάποιων.

Η ΤΡΕΛΗ ΤΟΥ ΣΑΓΙΩ (1945)
Αναφέρω χαρακτηριστικά και το τελευταίο έργο του συγγραφέα ως απόδειξη τη διαρκεί σκέψη του ειρηνιστή  Ζιροντού στην ελευθερία. Αν και η θεματική του δεν έχει ως αντικείμενο τον πόλεμο ή αναφορές σ’ αυτόν, το έργο είναι γραμμένο κυριολεκτικά μέσα στη δίνη του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και αποτελεί έναν ύμνο στην ελεύθερη ζωή. Και ο συγγραφέας, προβλέποντας ίσως την κατάληξη του πολέμου, εστιάζει σε μια άλλη, πιο ουσιαστική ελευθερία, μια ελευθερία για τον καιρό της ειρήνης. Ονειρεύεται το τέλος των εκμεταλλευτών, που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής, εκείνων που ζούσαν βασισμένοι και εκμεταλλευόμενοι τον πόνο του απλού κόσμου. Βάζει στην πρώτη γραμμή μάλιστα μια γυναίκα, που θα ξυπνήσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις και θα ταράξει την αδικαιολόγητη αδράνεια των ανδρών.

Η “τρελή” του δεν είναι άλλη παρά η ίδια η ποίηση, ενάντια στις ραδιουργίες των Προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων, των Αντιπροσώπων του λαού «επί των πετρελαιουργικών συμφερόντων του Έθνους», των Υπευθύνων Τύπου και Διαφήμισης και όλων εκείνων που ο Ζιρωντού δεν διστάζει να αποκαλέσει απροκάλυπτα “νταβατζήδες” της ζωής. Η Τρελή του Σαγιώ, η Ωρελί, είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα με ψυχή που αγαπά πραγματικά και ολοκληρωτικά. Αγαπά τη ζωή. Τα πάντα είναι γι αυτήν πηγή ευτυχίας. Από τον ήλιο που πασπαλίζει το πρόσωπό της στους κήπους του Σαγιώ ως τα κοσμήματά της, που τα φυλάει σε ένα ινδικό κιβώτιο. Είναι μια γυναίκα που παίρνει το τσάι της τα μεσάνυχτα και χορεύει κάτω από τη βροχή. Μας προσκαλεί να υπερασπιστούμε την ατομικότητά μας, την ελευθερία μας και την ευτυχία μας ενάντια στην πρόοδο που κατάντησε πηγή παρανόησης.


Όταν αποφασίσει να περάσει στη δράση, βοηθούμενη από τις φίλες της δεν οπισθοχωρεί: θάνατος για όλους τους εκμεταλλευτές. Πολύχρωμη βασίλισσα ενός μικρού κόσμου από ζητιάνους, μικροπωλητές, κωφάλαλους, λαντζέρισσες και ονειροπόλους. Οργανώνει την αντίσταση, αποφασίζει να καθαρίσει τον κόσμο από τους κλέφτες και κακοποιούς. Πώς; Σημαδεύοντάς τους στην αχίλλειο πτέρνα τους: την απληστία. Σάτιρα φανταστική, φάρσα τραγική.

Αυτή είναι η τέχνη του Ζιροντού σε όλο της το μεγαλείο. Ένας Ζιροντού που αγανακτεί όταν ξεριζώνουν τα δέντρα στο Μουσείο Γκαλιερά και εξαφανίζουν τα μικρά λαϊκά επαγγέλματα. Ένας επαναστάτης που χτυπά συναγερμό ενάντια στην ασφυξία των πόλεων, ένας ουμανιστής που υποψιάζεται όσα γίνονται και απειλεί αυτόν τον πολιτισμό της εξάρτησης και της τυποποίησης. Η επικαιρότητα του έργου είναι αναμφισβήτητη.


Ο συγγραφέας, που όταν το 1914 η Γερμανία κηρύττει τον πόλεμο στη Γαλλία, καλείται στα όπλα, πολεμά με συνείδηση και τραυματίζεται, εκείνος που μεταφέρει ντοκουμέντα των εμπειριών του από το μέτωπο της μάχης της Μάρνης μέσα από το έργο του, παρά τη νίκη του γαλλικού στρατού με επικεφαλής τον στρατηγό Ζοφρ, εκείνος που για την συμμετοχή του και την δράση του στον  πρώτο παγκόσμιο πόλεμο του απονέμεται το παράσημο της Λεγεώνας της τιμής, καθρεφτίζει μέσα από το έργο του, τον πόθο του για ειρήνη, που αποτελούσε κοινό πόθο όλων των Γάλλων, αλλά και τη βεβαιότητα του για το αναπόφευκτο του πολέμου ως αποτέλεσμα της κυριαρχικής ματαιοδοξίας και το χρέος απέναντι στην πατρίδα που ο σεβασμός προς την ελευθερία του ατόμου, και το δίκαιο ενδυναμώνουν. Βλέπει με τη λήξη του πολέμου και την ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου 1918, τη Γερμανία να αποσύρει τις δυνάμεις της από το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Αλσατία-Λοραίνη μέσα σε 14 ημέρες, να παραδίδει μεγάλο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού της, να δέχεται την παρουσία συμμαχικών δυνάμεων στα εδάφη της και να αποσύρεται άνευ όρων από την ανατολική Αφρική.

Ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται το κλίμα που δημιουργείται στη Γερμανία και το κατά πόσο οι σκληροί όροι που επέβαλλαν οι σύμμαχοι στους Γερμανούς, καλλιεργούν  το έδαφος για το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι προφανές ότι παρά το αισιόδοξο κύμα που επικράτησε στη Γαλλία οι σκεπτόμενοι άνθρωποι αναγνώριζαν ότι οι πολεμικές επανορθώσεις που επιβλήθηκαν στην Γερμανία ήταν τόσο υπέρογκες που δημιούργησαν ένα κύμα αντιδράσεων στον Γερμανικό λαό που πάντα πίστευε ότι δεν έχασε πραγματικά τον πόλεμο αλλά «προδόθηκε». Ενώ η Γαλλία στη δεκαετία 1930-40, η γαλλική οικονομία, ξαναβρήκε το ρυθμό της, η απελπισία από την οικονομική κρίση και το αίσθημα ότι οι Γερμανοί δεν είχαν όλα αυτά που δικαιούνταν, οδήγησαν σε μια έξαρση του εθνικισμού και διευκόλυναν την άνοδο στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο συγγραφέας έβλεπε αυτό το ρεύμα να δυναμώνει και αναγνώριζε το βαθμό της έπαρσης των υποκινητών του. Όπως πάντα και πάντα η προσωπική ματαιοδοξία υποκινεί τις καταστροφές. Η πολιτική του Χίτλερ ήταν να αναδημιουργήσει την Γερμανία αποκτώντας τον αναγκαίο «ζωτικό χώρο» και να κάνει ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με όλους εκείνους που θεωρούσε ότι είχαν φέρει την χώρα σε κακή κατάσταση. Ο Ζιροντού είναι γεγονός ότι δεν παίρνει σαφή πολιτική υπέρ ή κατά των εξελίξεων ή του φασισμού που ενδυναμώνει. Γράφει όμως μέσα από μορφές σύμβολα αφήνοντας μετέωρες τα καταστάσεις και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο, κατακρίνοντας κάθε μορφή δυναστείας. Υφίσταται μαζί με όλο τ γαλλικό λαό τις συνέπειές του και γνωρίζοντας από κοντά τη φρίκη του πολέμου αντιστέκεται σθεναρά στην ιδέα του.

Γνωρίζοντας την κουλτούρα των Γερμανών αντιτίθεται με την πένα του στις διαφοροποιήσεις που τα κράτη δημιουργούν πέρα από σαφείς πολιτικές θέσεις. Ενώ τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του και οι εκπρόσωποί τους στράφηκαν στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό ο συγγραφέας εξακολουθεί να ακουμπά στο μύθο και στην ποίηση. Η λογοτεχνία, η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική της εποχής του κατέγραψαν την παράνοια του πολέμου, ενώ η ανδρεία είχε θέση μόνο στα μνημεία πολέμου που εξαπλώθηκαν, κυρίως, στην κεντρική Ευρώπη. Ο Ζιροντού πίστευε ότι η λογοτεχνία ήταν η τελευταία πηγή της ανθρωπότητας. Αυτή που θα βοηθούσε στη διέξοδο των προδιαγεγραμμένων τελματικών καταστάσεων που πήγαζαν από τα γεγονότα της εποχής. Όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του, αναρωτιέται για την ανδρεία και το χρέος, τη σημασία τους και τις συνέπειες που αυτά φέρουν. Τα επικρίνει το ’31 με την Ιουδήθ, και το ‘35 με τον Πόλεμο της Τροίας και τα αποδέχεται ως αναγκαία αντίσταση κατά της αδικίας με όποιες συνέπειες το ’37 με την Ηλέκτρα.

Μέσα από τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί, τα γνωστά από του μύθους, προσπαθεί ακόμα να βρει κοινά σημεία και αναλογίες ανάμεσα σε όλους τους λαούς, σε όλα τα κράτη. Θέτει το πρόβλημα του ανθρώπου μέσα από κάθε εποχή, και όχι μόνο ενός λαού. Ακόμα και με τον Ζίγκφριντ, αναλύει το φαινόμενο του πολέμου με μία ενωτική πρόθεση των δύο κρατών, πέρα από κάθε προσωπική - εθνική θέση. Μαγεμένος από τη γερμανική μυθολογία και την παράδοση των γραμμάτων και της φιλοσοφίας, προσπαθεί να μεταγγίσει το μέτρο και τη γαλλική λάμψη στη Γερμανία και τη γερμανική ποίηση στη Γαλλία. Προσπαθεί να σβήσει τις νοητές γραμμές των συνόρων και να χρωματίσει τις πραγματικές του πνεύματος που ενώνουν τα κράτη. Αγαπά τον άνθρωπο και όχι το χρέος και την αποστολή του. Σέβεται όμως και το δικαίωμά του να ζει σε έναν ελεύθερο και δίκαιο, ιδανικό κόσμο έστω κι αν εντέλει αυτή η διεκδίκηση απαιτεί μαχαίρι.

Τέλος, μετά τη φρίκη του πολέμου, ο συγγραφέας κατακρίνει τις αναπόφευκτες συνέπειές του.  Γνωρίζει πια ότι A΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψε την παλιά Eυρώπη και ο B΄ δημιούργησε τις συνθήκες για τη γέννηση μιας καινούργιας, μη ιδεολογικής Eυρώπης. Ήταν πια νεκρές οι μεγάλες ιδέες που δόνησαν την ευρωπαϊκή ήπειρο από τη Γαλλική Eπανάσταση και ύστερα. Το εμείς γίνεται εγώ και τα ιδανικά καταρρέουν στο βωμό του προσωπικού κέρδους. Διαλέγει να προβάλλει την κωμική πλευρά των πραγμάτων όταν ο δυτικός τουλάχιστον κόσμος, και ειδικά η Eυρώπη, υποφέρει από μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία - Angst, γερμανιστί, θεμελιώδης όρος της φιλοσοφίας του υπαρξισμού. H ιδέα που θέλει τον άνθρωπο απομονωμένο μέσα σε απρόσωπες, βιομηχανικές κοινωνίες, ικανές για τη μεγαλύτερη φρικωδία, ευάλωτο, ριγμένο σε έναν κόσμο παράλογο, με τον θάνατο να παραμονεύει διαρκώς, και την ελευθερία να μην είναι πια ιδανικό αλλά φορτίο, πηγή άγχους, σφράγισε τη φιλοσοφική σκέψη κατά το υπόλοιπο μισό του εικοστού αιώνα και ο συγγραφέας αυτή την παράνοια την αναιρεί πιστεύοντας και ελπίζοντας πάντα στη δύναμη του ανθρώπου που αντιστέκεται με τους πλέον απροσδόκητους τρόπους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χαρακτηριστικά του έργα

1. Electre. Paris: Livre de Poche (La pochotheque), 1993

2. La Folle de Chaillot. Paris: Livre de Poche (La pochotheque), 1993

3. La guerre de Troie n'aura pas lieu. Paris: Livre de Poche (La pochotheque), 1993

4. Ondine. Paris: Livre de Poche (La pochotheque), 1993

5. Romans, Contes et Nouvelles. PARIS: Gallimard, 1982. (bibliotheque de la Pleiade n° 368)

6. Siegfried. Paris: Livre de Poche (La pochotheque), 1991

7. Siegfried et le Limousin. Paris: Livre de Poche, 1993

8. Theatre Complet.  PARIS:  Gallimard, 1982 (bibliotheque de la Pleiade n° 302.)

9. Ζαν Ζιρωντού. Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει. Μετ. Μαρία Λάζου. Αθήνα. Δωδώνη [χ.χ]

Βιβλιογραφία σχετικά με το θέατρο του Ζιροντού
1. Charles Mauron. Le theatre de Giraudoux. Paris: Corti, 1971

2. Jaques Robichez: Le Theatre de Giraudoux.
Paris: SEDES (Societe d'Edition d'Enseignement Superieure), Paris 1976

3. Marie Jeanne Durry. L'univers de Giraudoux. Paris: Mercure de France, 1961

4. R.-M. Alberes. La Genese du "Siegfried" de Giraudoux. Paris: Minard, 1963

5. R.-M. Alberes. Esthetique et morale chez Jean Giraudoux. Paris: Nizet, 1967

6.  Εισαγωγή, πρόλογος και σημειώσεις των J. Body, G.Graumann, M. Besson-Herlin και Collette Weil. Paris:  La Pleiade op.cit..


Βιογραφίες
1. Jaques Body: Jean Giraudoux, la Legende et le secret. Paris: PUF ( Presse Universitaire de France ), 1986

2. Jaques Body. Lettres. Paris: Klincksieck, 1975

3. Jean Pierre Giraudoux. Le Fils. Paris: Grasset, 1967

4. Jean Cocteau. Souvenirs de Jean Giraudoux. Paris: Jaques Hermont, 1946

5. Paul Morand. Souvenirs de notre jeunesse ακολουθούμενο από το Adieu a Jean Giraudoux. Στο Mon Plaisir en Litterature.  Gallimard, 1967. ( coll. Idees,/ orig. Geneve La Palatine 1948)

6. Philippe Duffay. Jean Giraudoux, Biographie. Paris: Julliard, 1993



Βιβλία σχετικά με το θέατρο στην Γαλλία την εποχή του Ζιροντού

1. Cahiers J. G. n° 9 (in: correspondance Jouvet- Giraudoux ) , n°11, n°12, n° 13, n°14, n°16, Grasset 80 - 87(στη συνέχεια) / Orig. Ανεξάρτητες εκδόσεις Societe des amis de Jean Giraudoux, Bellac 1974. (όχι σε δημόσια κυκλοφορία, αργότερα εκδίδονται απ΄ τον οίκο Grasset).

2. Jean Cocteau. Souvenirs. Gallimard

3. Jaques Body. Giraudoux et l'Allemagne. Didier, 1975

4. Louis Aragon.  Giraudoux et l'Acheron. Στο Confluence, Septembre-Octobre 1944.
5. Louis Jouvet. Dans les yeux de Jean Giraudoux. Στο Lettres Francaises. 1945

6. Madeleine Ozerzeray. A toujours, monsieur Jouvet. Buchet-Chastel, 1966

7. Paul Sureur. Cinquante ans de Theatre. Paris: CEDES, 1969

8. Revue de l'histoire du Theatre. 1952 (Χρονιά αφιερωμένη στον Louis Jouvet και κατ’ επέκτασιν στον Jean Giraudoux.
(άρθρο του Bernard Ζimmer,"Rencontre Jouvet Giraudoux" ) 



Ιστορικά Βιβλία

1. Eric Hobsbawm. Η εποχή των άκρων: Ο σύντομος εικοστός αιώνας: 1914-1991. Αθήνα: Θεμέλιο, 2002

2. Serge Berstein, Pierre Milza. Ιστορία της Ευρώπης. Τομ. 2και 3. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1997.