{mosimage}Η Μαρία Αλκαίου  και ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γνωρίστηκαν στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1951, όταν στη κρατική μας σκηνή, ο Κάρολος Κουν ανέβασε τις Τρεις Αδελφές και οι δύο ηθοποιοί ερμήνευσαν τους ρόλους της Ειρήνας και του Ιβάν Τσεμπουτίκιν. Οι δύο ηθοποιοί αμέσως ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα και συνέδεσαν τις ζωές τους για 23 ολόκληρα χρόνια.  Συνεργάστηκαν  με το Εθνικό θέατρο μέχρι και το 1958, χρονιά κατά την οποία αποχώρησαν για να δημιουργήσουν δικό τους θίασο.


Το Νέο Θέατρο ιδρύεται  το 1959 από την Μαρία Αλκαίου και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Διευθυντής του υπήρξε για αρκετό χρονικό διάστημα ο Θανάσης Κούβακας.Κατά τα τρία πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, στεγάστηκε στην οδό Στουρνάρη, στο τότε Νέο Θέατρο, νυν (Αλάμπρα) αλλά στη συνέχεια οι παραστάσεις του μεταφέρονται σε άλλα θέατρα των Αθηνών και του Πειραιά καθώς της Θεσσαλονίκης.

Έως το 1967 ανέβηκαν 19 έργα που παίχτηκαν κατ’ επανάληψη. Παράλληλα λειτουργούσε και παιδική σκηνή στην οποία σκηνοθετούσε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Θέατρο για τα παιδιά έπαιζαν κάθε Σάββατο και Κυριακή τα μεσημέρια κι πρωταγωνιστούσαν ο Γιαννάκης Καλαντζόπουλος, η Μίρκα Καλαντζοπούλου, κ.α. {mosimage}

Σε άρθρο του Έθνους της 1-9-1958 με τίτλο: Η ανέγερσις  του θεάτρου Μαρίας Αλκαίου και Βασίλη Διαμαντόπουλου, αναφέρεται ότι ολοκληρώνονται οι εργασίες του Νέου Θεάτρου στην οδό Στουρνάρα και ότι την εσωτερική διαρρύθμιση του θεάτρου έχει αναλάβει ο Γιάννης Τσαρούχης σε συνεργασία με το Γιώργο Σικελιώτη (τοιχογραφίες).


Σχεδόν ένα χρόνο μετά στις 6-10-1958 , σε επόμενο άρθρο της ίδιας εφημερίδας με τίτλο: Το νέο Θέατρο του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Ο Τεχνικός Εξοπλισμός, γίνεται λόγος για το πολυτελές της θεατρικής αίθουσας, με τα ιδιαίτερα καθίσματα τέλειας κατασκευής και άνεσης, τους ειδικούς φωτισμούς, την επένδυση όλων των χώρων με ύφασμα, τον κλιματισμό και τον εξαερισμό και την ιδιαίτερη φροντίδα στους χώρους των καμαρινιών. Οι ηθοποιοί επιμελήθηκαν με μεγάλη προσοχή την ανακατασκευή του χώρου του Νέου Θεάτρου, η οποία κράτησε πάνω από ένα χρόνο.

Από τις φωτογραφίες των παραστάσεων της οικογένειας Αλκαίου, διαπιστώνεται από εκείνη ήδη την εποχή, η μεγάλη τόσο σε πλάτος όσο και σε βάθος ιταλικού τύπου σκηνή. Το νέο Θέατρο της οδού Στουρνάρη αποτέλεσε τη θεατρική στέγη του θιάσου μόνο στα πρώτα τους χρόνια. Ο θίασος εγκατέλειψε τη θεατρική του στέγη και στεγάστηκε σε άλλα θέατρα, όπως το Θέατρο Όρβο, το Δημοτικό Πειραιά, το Θέατρο Μπουρνέλη. Την πληροφορία λαμβάνουμε από κριτική της 1-12-63  του Άλκη Θρύλου  που αναφέρεται στο Θέατρο Αλάμπρα:
«Έτσι μετονομάστηκε το Νέο Θέατρο ύστερα από την εγκατάλειψη του από το θίασο του κ. Διαμαντόπουλου, ο οποίος είχε φιλοδοξήσει να ανεβάσει εκεί μόνο έργα ποιότητας. Ο Θίασος έμεινε πιστός στο πρόγραμμά του, αλλά δυστυχώς οι ερμηνείες συχνά πρόδωσαν τις προθέσεις του, και έτσι δεν μπόρεσε να κερδίσει τη μάχη και μεταφέρθηκε τώρα στον Πειραιά»

Μπορούμε από το παραπάνω άρθρο να συμπεράνουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο θίασος, ως προς την αποδοχή του κοινού και τις οικονομικές δυσχέρειες που αυτές οι δυσκολίες του επέφεραν.  Από την πλευρά της η Ναταλία Αλκαίου, κόρη της Μαρίας Αλκαίου και ηθοποιός του θιάσου αναφέρει σχετικά:
Το θέατρο  της οδού Στουρνάρη το κρατήσαμε μόνο για τρία χρόνια. Μετά το χάσαμε. Είχαμε γονατίσει οικονομικά ήδη από την πρώτη παράσταση, Το παραμύθι χωρίς όνομα. Το θέατρο ήταν γεμάτο και ο κόσμος κραύγαζε από ευχαρίστηση μέχρι τη στιγμή που κυκλοφόρησαν οι πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν πολιτικό το χτύπημα, όχι καλλιτεχνικό, αλλά αυτό δημιούργησε τόσο μεγάλο πρόβλημα, που η επιτυχία των Δέντρων, δεν έφτανε για να καλυφθούν τα έξοδα του θεάτρου που έτρεχαν ήδη από την κατασκευή του.

Ως προς τη δυναμική του θιάσου, είναι άξιο λόγου να επισημάνουμε το γεγονός ότι δύο άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές καταβολές, από διαφορετικές σχολές, με τη δημιουργία αυτού του θιάσου, όχι μόνο σχημάτισαν κοινή, σκηνοθετική και υποκριτική γραμμή, αλλά προχώρησαν και στη δημιουργία δραματικής σχολής, που θα λειτουργούσε ως φυτώριο για τη σκηνή του  Νέου Θεάτρου. Σε άρθρο του Έθνους της 27-9-1960 , με τίτλο: Αι εξετάσεις της δραματικής σχολής του Νέου Θεάτρου, αναφέρεται η σχετική ανακοίνωση της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, για ίδρυση σχολής από τους δύο πρωταγωνιστές με καλλιτεχνικούς σκοπούς στελέχωσης του θιάσου τους. Μάλιστα σημειώνεται ότι γι’ αυτό το λόγο οι ηθοποιοί δε θα λαμβάνουν δίδακτρα από τους φοιτητές.


Η Δραματική σχολή  άνοιξε το 1960 και λειτούργησε για τρία χρόνια. Έβγαλε μόνο μία φουρνιά ηθοποιών. Στο Γαλιλαίο μάλιστα έπαιξαν τα περισσότερα παιδιά. Από το φυτώριο της σχολής εκείνος που ξεχώρισε και παρέμεινε στο θέατρο ήταν ο Λιονάκης. Τον τέταρτο χρόνο και πάλι για οικονομικούς λόγους, ο Βασίλης αποχώρησε και δίδαξε στη Σχολή Σταυράκου.

Από το Άρθρο του Μ. Καραγάτση στη Βραδινή στις 20-20-1959  πληροφορούμαστε ότι ο Βασίλης Διαμαντόπουλος πριν το ανέβασμα του πρώτου έργου στο Νέο Θέατρο, είχε καταρτήσει και εξαγγείλει δραματολόγιο για τα επόμενα τρία χρόνια. Το παράδοξο κατά τον κριτικό, είναι πως ανακοίνωσε το δραματολόγιο, πριν καν καταρτήσει θίασο και ερήμην της δυναμικής του θιάσου. Ο κριτικός με καυστικό ύφος αντιτίθεται στη στάση του ηθοποιού. Σε μήκος χρόνου όμως μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο ουσιαστικό ήταν το όραμα του ηθοποιού ως προς το δραματολόγιο που θα ανέβαζε και τη σημασία αυτού του δραματολογίου ως επιλογή του Νέου Θεάτρου, τόσο ως προς την εξέλιξη του θιάσου όσο και ως προς την εξέλιξη και τη θέση των ηθοποιών στα θεατρικά πράγματα μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Για τη δημιουργία του Νέου Θεάτρου, η Μαρία Αλκαίου και ο Βασίλης Διαμαντόπουλος διέκοψαν τη συνεργασία τους με το Εθνικό Θέατρο και είναι επόμενο, το ρεπερτόριο τους  να αφορά σε νέα πολιτικοποιημένα έργα που δείχνουν σαφέστατα το πολιτικό στίγμα τους και τον προβληματισμό τους. Η αποχώρηση από την κρατική σκηνή, αν λάβουμε υπόψη το δραματολόγιο του Εθνικού εκείνη την εποχή, πέραν των όποιων οικονομικών προσδοκιών των πρωταγωνιστών, είχε σαφώς να κάνει με τα νέα έργα και τους ρόλους που επιθυμούσαν να παίξουν και δεν τους δινόταν η δυνατότητα μέσα από τις άλλες σκηνές.


Ο θίασος του Νέου Θεάτρου άμεσα, από την πρώτη σύσταση του, στελεχώθηκε από σχεδόν μονίμους συνεργάτες και  είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι οι διανομές συχνά άλλαζαν μεταξύ τους, για τις ανάγκες της επανάληψης μιας παράστασης ή της περιοδείας του έργου. Αυτό δείχνει την ύπαρξη ενός βασικού θεατρικού πυρήνα δεμένου και ικανού για κάθε προσαρμογή, απ’ όπου διαφαίνεται και η δουλειά συνόλου του θιάσου. Το βασικό χαρακτηριστικό του θιάσου  ήταν ότι μεταξύ τους οι ηθοποιοί ήταν στενοί φίλοι και είχαν καλή επαφή. Είχαν κοινό όραμα για το θέατρο και παράλληλη άποψη ως προς το δραματολόγιο.

Κάποιοι από τους βασικούς συνεργάτες της Μαρίας Αλκαίου και του Βασίλη Διαμαντόπουλού ήταν οι: Γιώργος Δήμος, Κώστας Πίτσιος, Ξένια Καλογεροπούλου, Σπύρος Κωνσταντόπουλος Αθηνόδωρος Προύσαλης, Μαρύ Βρυσέλλα, Πέτρος Φυσσούν, Γιάννης Μιχαλόπουλος, Λήδα Πρωτοψάλτη, Θανάσης Παπαγεωργίου, Μαρία Ζαφειράκη, Βασίλης Μαλούχος, Στράτος Παχής, Γιώργος Τζώρτζης, Θόδωρος Κατσαδράμης, Κίμων Δημόπουλος, Κόκκα Στυλιανού, Χάρις Λουκέα, Θεανώ Ιωαννίδου, Γιάννης Κυριακίδης, Λευτέρης Βουρνάς, Καίτη Χρονοπούλου, Μίτση Κωνσταντάρα, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Καίτη Παπανίκα, Σταύρος Φαρμάκης.
{smoothgallery timed=true}


Φωτογραφίες από τα προγράμματα του Νέου Θεάτρου


Κάποιοι από τους ηθοποιούς του θιάσου έχουν προηγούμενη συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης ή το Εθνικό Θέατρο και έχουν συνεργαστεί με τους Βασίλη Διαμαντόπουλο και Μαρία Αλκαίου σε κάποια από τις δύο σκηνές, αλλά δίπλα στους θιασάρχες πρωτοεμφανίζονται και πολλά, νέα τότε, παιδιά, που στην πορεία έκανα σημαντική καριέρα. Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των ηθοποιών ως προς τους ρόλους. Αν και ηγούνται του θιάσου, δεν παίζουν πάντα τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και δε διαλέγουν τα έργα που θα ανεβάσουν ως προς τη δυναμική των ρόλων.

Στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του το Νέο Θέατρο, σχεδόν πάντα υπό τη σκηνοθεσία του Βασίλη Διαμαντόπουλου ανέβασε τα εξής έργα:
Παραμύθι χωρίς όνομα,  της Πηνελόπης Δέλτα σε διασκευή του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια του Αλεχάνδρο Κασόνα, σε μετάφραση Ιουλίας Ιατρίδη.

Η ανταρσία του Κέιν, του Χέρμαν Γούκ, μετάφραση Ξένιας Καλογεροπούλου.

Το φιόρο του Λεβάντε του Γρηγορίου Ξενοπούλου.

Όμορφος κόσμος του Ίρβινγκ Σόου, μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη.

Γαλιλαίος Γαλιλαίι του Μπρέχτ, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη.

Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, της Μπέτη Σμίθ, μετάφραση Γιώργος Γιαννήσης.

Σάββατο Κυριακή και Δευτέρα του Ντε Φιλίπο, μετάφραση Αλέκα Κατσέλη.

Όλα σε καλό του Πιραντέλο, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη.

Μια γυναίκα χωρίς σημασία του Όσκαρ Ουάιλντ, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη;

Το νησί της Αφροδίτης του Αλέξη Πάρνη.

Τρίτη και 13 του Γεωργίου  Ρούσσου.

Πέντε στρέμματα παράδεισος Των Γεράσιμου Σταύρου και Αντρέα Φραγκιά.

Λευκή κηλίδα του Αλέξη Πάρνη.

Αθάνατη πολυαγαπημένη ( Μπετόβεν). Του Γεωργίου Ρούσσου.

Η τύχη της Μαρούλας του Δημήτρη Κορομιλά.

Τίνος είναι ο Μπιμπίς του Λαμπίς. Σε μετάφραση Ιουλίας Ιατρίδη.

Το έμπα και το έβγα του κόσμου του Βαγγέλη Γκούφα.

Επίσης ανέβαιναν κατά καιρούς τις Δευτέρες τα μονόπρακτα, Ο γέρος Εβραίος του Σίσγκαλ. Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού του Άντον Τσέχωφ σε μετάφραση Μ. Αλκαίου. Αυτός και το παντελόνι του του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Και το μονόπρακτο του Βασίλη Διαμαντόπουλου Μία γυναίκα γραμμένο για τη Μαρία Αλκαίου.


Το Νέο Θέατρο παρουσίαζε έργα ξένου ρεπερτορίου σε μεταφράσεις κυρίως της Ιουλίας Ιατρίδη, του Μάριου Πλωρίτη και της Ξένιας Καλογεροπούλου. Το ενδιαφέρον για την εποχή είναι ότι ανέβασε και έργα που δεν ήταν θεατρικά αλλά διασκευάστηκαν για το θέατρο. Ασφαλώς μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου καταλαμβάνουν και κάποια νέα έργα Ελλήνων συγγραφέων. Γενικό φαινόμενο του τύπου απέναντι στις παραστάσεις του Νέου Θεάτρου αποτελεί το γεγονός ότι οι δεξιές εφημερίδες της εποχής δεν επικροτούν θερμά τις απόπειρες του θιάσου  και αναφέρονται συχνά στις αποτυχημένες απόπειρές του και οι κεντρο-αριστερές βρίσκονται διαρκώς στο πλευρό των δύο καλλιτεχνών σε κάθε τους βήμα στην πρωτεύουσα ή στην επαρχεία Από τον τύπο της εποχής, διαφαίνεται μία μεγαλύτερη εμπάθεια της Ελένης Νεγρεπόντη (Άλκη Θρύλου) κατά του θιάσου και των επιλογών του Β. Διαμαντόπουλου, τόσο σε επίπεδο ρεπερτορίου, όσο και σε επίπεδο σκηνοθετικής και υποκριτικής γραμμής.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που απορρέει από τον τύπο της εποχής –εκτός από το παράδειγμα της Λευκής κηλίδας του Πάρνη, που είχε γενικότερα αυστηρές κριτικές, είναι ότι επικροτούσαν κατά γενική ομολογία, τις σκηνογραφικές δημιουργίες που έγιναν για τις παραστάσεις του Νέου Θεάτρου –κυρίως αυτές της Άννας Βρυχέα). Μπορούμε να συμπεράνουμε, μέσα από το ρεπερτόριο και από τον τύπο, ότι ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ήταν εκείνος που αποφάσιζε βασικά για το ρεπερτόριο του θιάσου, ανεβάζοντας κυρίως έργα που είχαν αριστερές πολιτικές αποχρώσεις- τα έργα ή οι συγγραφείς του-. Και εκείνος έπαιζε κάποιους μικρότερους ρόλους, αλλά κυρίως η Μαρία Αλκαίου έπαιζε δεύτερους ρόλους, όχι ιδιαίτερα διαφορετικούς μεταξύ τους, που δεν της έδιναν συχνά την ευκαιρία να επιδείξει τη δεξιοτεχνία της. Οι ηθοποιοί δεν είχαν τάσεις αυτοπροβολής, ενδιαφερόντουσαν για ένα θέατρο συνόλου και για ένα ρεπερτόριο που αφορούσε τους σκεπτόμενους ανθρώπους της εποχής.

Σε κριτική του ο Κλαράς, (Βραδυνή της 05-03-65)  αφήνει υπονοούμενα για συνεργάτες του Βασίλη Διαμαντόπουλου που “σήκωσαν μπαϊράκι ” και αποχώρησαν από το θίασο. Η Ναταλία Αλκαίου συμπληρώνει σχετικά:
Εκείνη την εποχή  –είχε γραφτεί και στον τύπο- υπήρξε ένας νέος ηθοποιός, που μάλιστα κρατούσε πολύ μικρό ρόλο σε μία και μόνο παράσταση, που πήγε στα δικαστήρια το Βασίλη επειδή αργούσε να πληρώσει το θίασο. Οι βασικοί ηθοποιοί, που γνώριζαν για το θέατρο και τις δυσκολίες του, δε διαμαρτύρονταν, ίσα-ίσα, στήριζαν τον Βασίλη και τη μητέρα μου,  αλλά ο νεαρός κατέφυγε στα δικαστήρια. Ο Βασίλης, όπως ήταν επόμενο, δικαιώθηκε και το θέμα έκλεισε εκεί.

Είναι γεγονός ότι παρά το μεγαλύτερο ποσοστό των θετικών κριτικών, οι συχνές εναλλαγές του προγράμματος και οι επαναλήψεις των ίδιων έργων σε περιοδεία καθώς και το γεγονός ότι ο θίασος γρήγορα εγκατέλειψε τη θεατρική στέγη της οδού Στουρνάρη ή ακόμα και το ανέβασμα του έργου του Λετράζ Τίνος είναι ο Μπιμπής, μας δίνουν τη δυνατότητα να υποθέσουμε ότι ο θίασος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα που προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να αντιμετωπίσει.
Ως προς τη δουλειά της διδασκαλίας των ρόλων και τη σκηνοθετικές γραμμές του Βασίλη Διαμαντόπουλου η Ναταλία Αλκαίου λέει:
Ο Βασίλης ήταν ταυτόχρονα και γλυκός και αυστηρός. Περισσότερο μάλλον γλυκός παρά αυστηρός, αφού είχε να κάνει με φίλους. Κάποιες φορές πίεζε τους ηθοποιούς για να ενδυναμώσουν την έκφρασή τους. Άφηνε πολλά περιθώρια αυτοσχεδιασμού. Η πρόβα στηριζόταν κυρίως στους αυτοσχεδιασμούς και στις προτάσεις των ηθοποιών. Παρέμβαινε μόνο για κάποιες διορθώσεις. Δεν πίστευε στους σκηνοθέτες. Πίστευε στη δύναμη, στο ταλέντο και στην ιδιαιτερότητα κάθε ηθοποιού.

Η ιστορία του θιάσου του Νέου Θεάτρου ήταν πολύ σύντομη. Το ’67  οι ηθοποιοί πιεσμένοι από τη Χούντα, εξαναγκάζονται να αυτοεξοριστούν στο Παρίσι. Η Ναταλία Αλκαίου λέει σχετικά με την αποχώρηση:
Η τελευταία τουρνέ που έκανε ο θίασος ήταν με το έργο του Κορομηλά, Η τύχη της Μαρούλας το 1966. Μετά από αυτό τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Μετά τη Λευκή κηλίδα, ο θίασος διαλύθηκε. Προτίμησε να διαλυθεί. Εκείνη την περίοδο έπαιζαν στο θέατρο Μπουρνέλλη. Ο Μπουρνέλλης επιβλήθηκε ως προς το ανέβασμα ενός έργου (Δε θέλω να σου αναφέρω το έργο και το συγγραφέα, γιατί είναι Έλληνας και καταξιωμένος και δε θα ήταν σωστό). Από κοινού όλοι οι ηθοποιοί, αποφάσισαν να διαλύσουν το θίασο παρά να αφήσουν να τους επιβληθεί ένα έργο που δεν ήθελαν.

Έτσι το ‘67   συνέχισαν με τους μονολόγους η μητέρα μου και ο Βασίλης. Το πρόβλημα ήταν πως με τη χούντα δεν τους έδιναν άδεια ούτε για παραστάσεις στην Αθήνα, ούτε για περιοδείες. Ένας φίλος τους αστυνομικός, κοίταξε το θέμα και τους είπε ότι ήταν προαποφασισμένο να τους κλείσουν όλες οι πόρτες. Εκείνος ήταν που τους προέτρεψε να φύγουν από την Ελλάδα γιατί θα αντιμετώπιζαν μεγαλύτερα προβλήματα. Ταχύτατα, ξεπουλήθηκαν τα πάντα και φύγαμε οικογενειακώς. Από εκείνη την εποχή δεν έχει διασωθεί τίποτα στο αρχείο της μητέρας μου, ούτε προγράμματα ούτε κριτικές, ούτε τα κείμενα με τις σκηνοθετικές σημειώσεις, τίποτα. Δεν προλάβαιναν να μαζέψουν τα πράγματά τους. Μόνο φωτογραφίες και κάποια κοστούμια υπάρχουν. Τελικά ούτε τα κοστούμια υπάρχουν, γιατί η μητέρα μου γνωρίζοντας πόσο δύσκολο και πολυδάπανο είναι να κάνεις νέα κοστούμια στο θέατρο, τα έδινε σε θιάσους φίλων για τις ανάγκες των παραστάσεών τους.