{mosimage}Ο θεατρικός κόσμος στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης αντιστέκεται με κάθε δυνατό μέσο. Ωστόσο το εθνικό Θέατρο, (Βασιλικό όπως ονομάστηκε κατά τη μεταξική περίοδο), αναστέλλει για ένα διάστημα τις παραστάσεις του αφού πολλοί ηθοποιοί του στρατεύτηκαν.Τα θέατρα της πρωτεύουσας δε λειτούργησαν μόνο για τρεις μέρες, στις 29, 30 και 31 Οκτωβρίου του 1940, εξαιτίας του ιταλικού αιφνιδιασμού και της επιστράτευσης πολλών ηθοποιών, που δημιούργησε κενά στους θιάσους. Παρ' όλα αυτά, τα κενά συμπληρώθηκαν και τα θέατρα επαναλειτούργησαν την 1η Νοεμβρίου 1940.


Εκτός από την ανασυγκρότηση των θιάσων, ήταν αναγκαία και η άμεση αλλαγή ρεπερτορίου. Πρώτη η Μαρίκα Κοτοπούλη, που έπαιζε με θριαμβευτική επιτυχία τη Μαντάμ Μποβαρί, κατέβασε αμέσως το έργο και ανέβασε την επιθεώρηση Πολεμικά Παναθήναια του Δημήτρη Γιαννουκάκη με μουσική Κ. Γιαννίδη.

Κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ θιασαρχών και ηθοποιών, οι θίασοι θα εργάζονται συνεταιριστικά. Οι θιασάρχες θα προσφέρουν τα σκηνικά και τα λοιπά υλικά των σκηνών τους χωρίς αξίωση απόσβεσης.Με διαφημιστικές καταχωρήσεις οι θίασοι προβάλλουν τα ασφαλή καταφύγιά τους και κάποιοι διανέμουν στους θεατές έντυπες οδηγίες με τις οποίες τους συνιστούν να μην καταληφθούν από πανικό σε περίπτωση συναγερμού.Ο κόσμος παρά τους συναγερμούς πηγαίνει στο θέατρο. Οι πρεμιέρες των πολεμικών επιθεωρήσεων διαδέχονται αστραπιαία η μία την άλλη. Χαρακτηριστικοί οι τίτλοι τους: Πολεμική σπίθα, Μπράβο Κολονέλλο, Φινίτο Μουσολίνι, Μολών λαβέ, Αέρα Ντούτσε, Αέρα παιδιά...

Στο επιθεωρησιακό είδος ενδίδουν και οι άλλοι τρεις εμπορικοί θίασοι πρόζας: Μετά το Μπράβο Κολονέλλο, ο θίασος του Μουσούρη ανεβάζει το Finita la musica, των Ευαγγελίδη - Σακελλάριου, μια επιθεώρηση που στο είδος της είναι «ένα κομψοτέχνημα», σύμφωνα με τον Άλκη Θρύλο . Ο Αργυρόπουλος ανεβάζει τον Ζαχαρία τον Πατριώτη και η Κατερίνα τις Πολεμικές καντρίλιες. Το κοινό παραληρεί και ζητωκραυγάζει στις πολεμικές σκηνές, χειροκροτεί με ενθουσιασμό τα νούμερα που σατιρίζουν τον Ιταλό δικτάτορα. Τραγουδώντας τους σατιρικούς στίχους που είχαν γραφεί πάνω σε γνωστά μουσικά μοτίβα, η Σοφία Βέμπο μετονομάζεται σε τραγουδίστρια της νίκης. Σε άμεση ανταπόκριση από το μέτωπο ανανεώνονται τα νούμερα: τα τετράστιχα για την κατάληψη της Κορυτσάς ξεσηκώνουν τις θεατρικές αίθουσες στις 22 Νοεμβρίου.

Στα νοσοκομεία ηθοποιοί, τραγουδιστές και κουκλοπαίχτες με απαγγελίες, επιθεωρησιακά νούμερα, τραγούδια και σκετς ή τον Πολεμικό Φασουλή προσφέρονται να διασκεδάσουν τους ηρωικούς τραυματίες του πολέμου.Μετά τις πολεμικές επιθεωρήσεις, η Κοτοπούλη εισάγει τα πολεμικά έργα και ερμηνεύει τον Γενάρη του '41 «έναν μεγάλο δραματικό ρόλο ελληνίδας μητέρας» στο νέο “πολεμικόν έργον” του Χρ. Γιαννακόπουλου Στα μετόπισθεν, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Αμέσως μετά ο θίασος επιστρέφει στον χώρο της κωμωδίας και ο Κουν (δύο χρόνια πριν από την ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης) εντυπωσιάζει με τη σκηνοθεσία του Ψάθινου καπέλου του Λαμπίς καθώς και ο Γ. Ανεμογιάννης με τα σκηνικά του.

Το Εθνικό Θέατρο μετεστεγάσθη στο «Παλλάς», που διέθετε ασφαλείς εξόδους κινδύνου. «Ω Παίδες Ελλήνων...» η αισχυλική ρήση στην επανάληψη των Περσών σε σκηνοθεσία Ροντήρη, συγκινεί και τονώνει το πατριωτικό αίσθημα. Θα ακολουθήσει ο Ερρίκος Ε' του Σαίξπηρ, εθνικού ποιητή της συμμάχου Αγγλίας. «Βγάζοντας την πανοπλία του Ερρίκου μετά την τελική παράσταση, ο Μινωτής φεύγει για το Χόλλυγουντ όπου τον περιμένει η Κατίνα Παξινού. Οι λιγότερο τυχεροί συνάδελφοί τους μένουν εδώ για να υποστούν τους φόβους, τα βάσανα και τη μαύρη αγορά της Κατοχής» σχολιάζει ο Αλέξης Σολομός 
Μετά τη γερμανική εισβολή, εκτός από το ότι έπρεπε να γίνει πλήρης αλλαγή ρεπερτορίου, οι κατακτητές οργάνωσαν αμέσως υπηρεσίες λογοκρισίας, οι οποίες ασκούσαν ασφυκτικό έλεγχο, εφαρμόζοντας το μεταξικό νόμο του 1936, "Περί ελέγχου θεατρικών έργων", τον οποίο συμπλήρωσαν με αστυνομικές διατάξεις των κατοχικών κυβερνήσεων. Αργότερα, δημοσιεύτηκε ο αναγκαστικός νόμος 108/1942 που ρύθμιζε "πληρέστερα" το θέμα της θεατρικής λογοκρισίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη εγκύκλιος της "Διευθύνσεως Λαϊκής Διαφωτίσεως" προς τους θιασάρχες εκδόθηκε το Μάιο του 1941, έξι μόνον ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή, η δεύτερη τον Ιούνιο του 1941 και η τρίτη στις τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου. Στην τελευταία αυτή εγκύκλιο, αφενός μεν γινόταν αναφορά στην "καταφανή απροθυμία των θιασαρχών προς “συμμόρφωσιν εις τας μέχρι τούδε υποδείξεις”, αφετέρου δε ανακεφαλαιώνονταν οι κανόνες της θεατρικής λογοκρισίας. Υπήρχε όμως κι ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εγκυκλίων και ειδικών διατάξεων που όριζαν τι συγκεκριμένα απαγορευόταν στα θέατρα. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι του θεάτρου έβρισκαν τρόπους να εκδηλώσουν την αντίστασή τους και να δημιουργούν προβλήματα στην Επιτροπή Λογοκρισίας.

Η τριπλή λογοκρισία διέτασσε, οι Έλληνες θιασάρχες όμως προσπαθούσαν να ανεβάζουν έργα που να περιέχουν κάποιο μήνυμα αντίστασης και ελευθερίας.Σιγά- σιγά άρχισε να εμφανίζεται αντιστασιακό θέατρο στην Αθήνα και στο βουνό. Στην Αθήνα υπήρχε το «θεατρικό Εργαστήρι» του Βασίλη Ρώτα, στο οποίο προετοιμαζόταν το θέατρο της Αντίστασης.

Στα χρόνια της Κατοχής ηθοποιοί και κοινό θα μάθουν να συνομιλούν μέσα από έναν κώδικα υπαινιγμών και η πλειονότητα των καλλιτεχνών του θεάτρου θα ενταχθεί ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, συνδυάζοντας την ατομική και καλλιτεχνική ολοκλήρωση με το συλλογικό διάβημα  Πόλεμος, κατοχή, πείνα, τρομοκρατία. Συνθήκες ακατάλληλες, θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί, για θεάματα. Ωστόσο, οι άνθρωποι είχαν και τότε την ανάγκη να διασκεδάσουν ή καλύτερα να ψυχαγωγηθούν. Μέσα από τα έργα του πνευματικού κόσμου της χώρας, ο λαός έγινε κοινωνός της αντίστασης. Δυνάμωσε, προκειμένου να ξεπεράσει τις λύπες και να συνεχίσει τον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο. Εξάλλου, η ψυχή του ανθρώπου είχε πάντα ανάγκη την Τέχνη.

Συχνά γνωστοί θίασοι όπως αυτός της "Κατερίνας", των Βεάκη-Μανωλίδου-Παπά-Δενδραμή ή του "Θεάτρου Τέχνης" επινόησαν διάφορα τεχνάσματα όπως την αλλαγή των ονομάτων των θεατρικών συγγραφέων και των τίτλων των έργων καθώς η λογοκρισία απαγόρευε, μεταξύ άλλων και το ανέβασμα παραστάσεων από το δραματολόγιο των συμμαχικών χωρών. Οι απόπειρες αυτές, όταν γίνονταν αντιληπτές, οδηγούσαν σε επιβολή χρηματικών ποινών ή και στο κλείσιμο των θεάτρων.
Οι ηθοποιοί του Εθνικού Θεάτρου βρέθηκαν συχνά στο στόχαστρο των Γερμανών, με αποκορύφωμα το περίφημο μπλόκο του Εθνικού (1943), κατά το οποίο έγιναν συλλήψεις γνωστών ονομάτων της θεατρικής σκηνής με αφορμή μια συνέλευση των ηθοποιών.

Το Θέατρο πέρασε απότομα από μια περίοδο πατριωτικής έξαρσης (καθ' όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου) στην περίοδο της τριπλής κατοχής, της βάρβαρης καταπίεσης, της πείνας, των μεγάλων κινδύνων για τον καθένα και για το έθνος ολόκληρο. Αλλ' αντιστάθηκε κατά τρόπο θαυμαστό και στήριξε τον ελληνικό λαό στις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας του. Απόδειξη ότι παρά την πείνα, τις ακατάλληλες ώρες λειτουργίας του, τις δυσκολίες της κυκλοφορίας, παρά τους κάθε λογής κινδύνους, ο αριθμός των θεατών είχε αυξηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.