{mosimage}Ο μεγαλύτερος Έλληνας κωμικός ηθοποιός θεωρείται από πολλούς- και ίσως όχι άδικα- ο σπουδαίος Βασίλης Λογοθετίδης, παρά το γεγονός ότι ο πρόωρος χαμός του δεν του επέτρεψε να αφήσει πολυάριθμο κινηματογραφικό έργο.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε το 1898 στην ανατολική Θράκη, στο χωριό Μυριόφυτο, από πολύ μικρός όμως εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη, όπου και αποφοίτησε από το ονομαστό Ζωγράφειο γυμνάσιο, στα χρόνια της μεγάλης άνθησης της πολίτικης κουλτούρας. Ιδιαίτερα το θέατρο έπαιζε εκείνη την εποχή πολύ μεγάλο ρόλο στην ψυχαγωγία των Κωνσταντινουπολιτών, ενώ όλοι οι μεγάλοι θίασοι από την Ελλάδα επισκέπτονταν απαραιτήτως την Πόλη, όπου γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό και είχαν τεράστια απήχηση.
{mosimage}
Μέσα σε αυτό το κλίμα, δεν ήταν δύσκολο για τον Βασίλη Λογοθετίδη να στρέψει το ενδιαφέρον του στην ηθοποιία. Η πρώτη του ερασιτεχνική εμφάνιση σε θεατρική σκηνή έγινε στην ηλικία των 18 χρόνων, το 1916, ενώ γρήγορα κατάφερε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το θέατρο. Μάλιστα, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα έργα Ελλήνων συγγραφέων και κυρίως οι κωμωδίες, το είδος που μέχρι το τέλος τον καθιέρωσε.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε στα 20 χρόνια του και πολύ γρήγορα, το 1919, εντάχθηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η Μαρίκα Κοτοπούλη εκείνη την εποχή κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα, ενώ στη συντροφιά της συγκαταλέγονταν ιερά τέρατα της διανόησης, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Παντελής Χορν, ο Αιμίλιος Βεάκης. Ο Βασίλης Λογοθετίδης έγινε μέλος αυτού του σπουδαίου κύκλου και είχε την μοναδική τύχη να αναγνωριστεί το μεγάλο ταλέντο του από τους πλέον ειδικούς ανθρώπους του χώρου.

Αρχικά εμφανίστηκε σε ρόλους ποικίλου ρεπερτορίου, από φάρσες έως δραματικά έργα, ωστόσο η Μαρίκα Κοτοπούλη δεν άργησε να καταλάβει την κωμική του φλέβα, κυρίως λόγω της εμφάνισης και της σκηνικής παρουσίας του και να τον βοηθήσει να βρει την κλίση του.
{mosimage}
Στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη ο Βασίλης Λογοθετίδης γνώρισε σημαντικές επιτυχίες με κλασικά έργα όπως οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, αλλά και με έργα του μοντέρνου ρεπερτορίου, όπως η «Πιο χαρούμενη ώρα» του Σαρόγιαν και η φάρσα «Δόκτωρ Κνοκ» του Ρομέν. Ιδιαιτέρως με το τελευταίο έργο, δόθηκε στον Λογοθετίδη η δυνατότητα να ερμηνεύσει για πρώτη φορά και με τεράστια επιτυχία, το είδος χαρακτήρα που του ταίριαξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον και τον καθιέρωσε: αυτού του ανθρώπου που εύκολα γίνεται τραγικός μέσα από κωμικές καταστάσεις, που μελαγχολεί και γίνεται μίζερος, βγάζοντας το γέλιο.

Μετά τα δεκαέξι πρώτα χρόνια της παρουσίας του στον θίασο Κοτοπούλη, ο Βασίλης Λογοθετίδης για έναν χρόνο, την περίοδο 1934-1935, συνεργάστηκε με τον θίασο της Αλίκης Θεοδωρίδου και του Κώστα Μουσούρη, όπου συμμετείχε σε τρία έργα.

Την επόμενη σεζόν επέστρεψε στην Κοτοπούλη, στον θίασο της οποίας έμεινε συνολικά για 27 χρόνια. Με την επιστροφή του, ανάλαβε καθήκοντα καλλιτεχνικού διευθυντή του θιάσου, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1946.

{smoothgallery timed=true}
Μετά την οριστική αποχώρησή του συνεργάστηκε για μία χρονιά, το 1947, με την κυρία Κατερίνα, ενώ στη συνέχεια και μέχρι το τέλος της ζωής του, συγκροτούσε πλέον δικούς του θιάσους.
Το παλιό ενδιαφέρον του για τα νεοελληνικά έργα βρήκε πλέον στέγη και οι επιλογές του καθιέρωσαν σημαντικούς Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς, όπως ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Γιώργος Τζαβέλας, ο Γεώργιος Ρούσσος, και κυρίως το δίδυμο Αλέκου Σακελλάριου- Χρήστου Γιαννακόπουλου.
{mosimage}
Αυτή ήταν και η πιο επιτυχημένη περίοδος της καριέρας του Λογοθετίδη, αφού έζησε τεράστια επιτυχία και αναγνώριση, αναδεικνύοντας και απενοχοποιώντας το είδος των έργων που έως τότε δεν είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση οι κριτικοί, όπως τα «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Ένας ήρως με παντούφλες», «Δεσποινίς ετών 39», «Ένα βότσαλο στη λίμνη», «Ευτυχώς τρελάθηκα», «Ένας βλάκας και μισός», «Η γυνή να φοβείται τον άνδρα», «Προς Θεού, μεταξύ μας»-ορισμένα από αυτά μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο, όχι μόνο αφήνοντας μερικές από τις πιο ξεχωριστές ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, αλλά δίνοντας και την δυνατότητα στις επόμενες γενιές να γνωρίσουν λίγο από το ταλέντο ενός μεγάλου ηθοποιού.

Δεν έλειψαν βέβαια και έργα από το διεθνές ρεπερτόριο, όπως τα «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Τζόζεφ Κέσερλινγκ, «Όπως σας αρέσει» του Ουίλιαμ Σέξπιρ, «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον, όμως τα ελληνικά θεατρικά, που ξεπέρασαν τα 100, ήταν αυτά μέσα από τα οποία ο Βασίλης Λογοθετίδης έπλασε τον αξέχαστο χαρακτήρα του κακομοίρη μικροαστού, που κουβαλώντας τα κατάλοιπα της Κατοχής, δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα άγχη, τις φοβίες, τις ανασφάλειες και τον συντηρητισμό του, την ώρα που προσπαθούσε με χαριτωμένο και συγκινητικό τρόπο να βελτιώσει την ζωή του, υιοθετώντας δυτικά πρότυπα και ψάχνοντας τον έρωτα... Στην καλύτερη απόδοση αυτού του χαρακτήρα βοήθησαν η εξωτερική εμφάνιση και η αυτοσχεδιαστική κινησιολογία του Βασίλη Λογοθετίδη.
{mosimage}
Η μικρή κινηματογραφική καριέρα του Λογοθετίδη, που σταμάτησε απότομα με τον θάνατό του, άφησε έντεκα μικρά διαμάντια, που παραμένουν έως τις μέρες μας σημεία αναφοράς για την ελληνική κωμωδία.

Η πρώτη εμφάνισή του στον κινηματογράφο καταγράφεται το 1933, στην δυστυχώς άγνωστη  αισθηματική ταινία «Ο κακός δρόμος», την οποία σκηνοθέτησε ο Τούρκος Ερτογρούλ Μουσχίν. Η ταινία γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, ήταν βασισμένη σε ομώνυμο έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, ενώ πρωταγωνιστούσαν ακόμα η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη, η Μιράντα Μυράτ και ο Γιώργος Παππάς.

Ακολούθησαν οι κινηματογραφικές μεταφορές των μεγάλων θεατρικών επιτυχιών του Βασίλη Λογοθετίδη.

Το 1948 ήρθε το πασίγνωστο γλυκόπικρο αντιπολεμικό έργο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, που έγραψε και το σενάριο, μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο. Στο πλάι του μεγάλου ηθοποιού, η Ίλυα Λιβυκού,  που έμελλε να γίνει η μόνιμη παρτενέρ του, ο επίσης μόνιμος συνεργάτης του Ευάγγελος Πρωτοπαπάς, ο Μίμης Φωτόπουλος, αλλά και ο τότε ανερχόμενος ζεν- πρεμιέ και κατοπινός σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος, σε έναν μικρό ρόλο.

Την ίδια χρονιά γυρίστηκε και η «Μαντάμ Σουσού» του Δημήτρη Ψαθά, σε σκηνοθεσία των Τάκη Τσιφόρου και Τάκη Μουζενίδη και σενάριο του Νίκου Τσιφόρου. Ο Λογοθετίδης ήταν ο μπανάλ Παναγιωτάκης, αξεπέραστη Μαντάμ Σουσού η Μαρίκα Νέζερ και Κατακουζηνός ο αριστοκρατικός Γιώργος Παππάς.
{mosimage}
Το 1952 ήταν η σειρά της τεράστιας επιτυχίας «Ένα βότσαλο στη λίμνη» του Χρήστου Γιαννακόπουλου και του Αλέκου Σακελλάριου, σε σκηνοθεσία του τελευταίου. Στο πλάι του Βασίλη Λογοθετίδη, στον ρόλο του αγχωτικά τσιγκούνη Μανώλη που το ρίχνει έξω ένα μοναδικό βράδυ, ξεφεύγοντας για λίγο από την βαρετή έγγαμη ζωή του, η Ίλυα Λιβυκού, που ενσάρκωσε τον πειρασμό και η Μαίρη Λαλοπούλου, που υποδύθηκε την απογοητευμένη από την ρουτίνα και τη μιζέρια σύζυγο.

Επόμενη ταινία- σταθμός, έναν χρόνο μετά η «Σάντα Τσικίτα», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, με έναν Λογοθετίδη στον ρόλο που αποθέωνε την κακομοιριά- ήρωας, ο φτωχός Φώτης Φαγκρής, που μάταια προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρήματα για να παντρευτεί την αιώνια αρραβωνιαστικιά και βρέθηκε ξαφνικά με ανέλπιστα πλούτη. Μαζί του πάντα η πανέμορφη «Τσικίτα» Ίλυα Λιβυκού, ο Στέφανος Στρατηγός και βέβαια ο Ευάγγελος Πρωτοπαπάς.

Η μεγάλη του θεατρική επιτυχία, με τις υπογραφές των Σακελλάριου- Γιαννακόπουλου «Δεσποινίς ετών 39» έγινε ταινία το 1954. Την γεροντοκόρη αδελφή- δεσποινίδα που δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση 39 ετών, υποδύθηκε με εξαιρετική πικρία η Σμάρω Στεφανίδου, ενώ η Λιβυκού ήταν η σύντροφος που τον παράτησε για τον πλούσιο Στέφανο Στρατηγό.
{mosimage}
Ακολούθησε το 1955 η πανέξυπνη κωμωδία παρεξηγήσεων «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», των Σακελλάριου- Γιαννακόπουλου, με ένα ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Λογοθετίδη στον ρόλο του Λαλάκη που απατά την γυναίκα του, Ίλυα Λιβυκού, με την «Λολότα» Ρένα Στρατηγού, αδερφή του Στέφανου Στρατηγού. Η σύζυγος όμως τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, οργανώνοντας εκδρομή με τον επίδοξο εραστή Λάμπρο Κωνσταντάρα, στην οποία συναντώνται τα δύο παράνομα ζευγάρια και μάλιστα φιλοξενούνται από έναν απίστευτο Μίμη Φωτόπουλο, που είναι ο σταθμάρχης της Θυμαριάς- μικρό χωριό, αλλά κόμβος.

Την ίδια χρονιά ήταν η σειρά της θρυλικής «Κάλπικης Λίρας», της πρώτης ελληνικής σπονδυλωτής ταινίας, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλα. Την... πρωταγωνίστρια της αξεπέραστης ταινίας, την κάλπικη λίρα, έφτιαξε, βάζοντας όλη του την τέχνη, ο χρυσοχόος «Ανάργυρος»- Βασίλης Λογοθετίδης, όμως η τιμιότητα και ο φόβος του τον ανάγκασαν να την ξεφορτωθεί, για να περάσει στη συνέχεια από τα χέρια των Μίμη Φωτόπουλου, Σπεράντζας Βρανά, Ορέστη Μακρή, Δημήτρη Χορν, Έλλης Λαμπέτη...

Το 1956 γυρίστηκε ο «Ζηλιαρόγατος» και πάλι σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλα, και με μόνιμη συμπρωταγωνίστρια την Ίλυα Λιβυκού, στον ρόλο της παραμελημένης συζύγου που προσπαθεί να ξυπνήσει την ζήλια του άντρα της με την βοήθεια της ξαδέρφης, Σμάρως Στεφανίδου και του γείτονα, Λάμπρου Κωνσταντάρα.
{mosimage}
Έναν χρόνο μετά ήρθε η ταινία «Δελησταύρου και υιός», των Σακελλάριου- Γιαννακόπουλου, μία από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Βασίλη Λογοθετίδη. Μαζί του, ο Δημήτρης Νικολαΐδης στον ρόλο του γιού του, που του παίρνει τις γυναίκες- επίσης πρωταγωνίστησαν η Ίλυα Λιβυκού, ο Στέφανος Στρατηγός, η Τζένη Καρέζη και η Μαρίκα Κρεβατά. Μάλιστα, η Κρεβατά έπαιξε τον ίδιο ρόλο και στο remake της ταινίας, με τίτλο «Υιέ μου υιέ μου» και με πρωταγωνιστή τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, που έγινε περισσότερο γνωστή από την πρωτότυπη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, αλλά και ο Κώστας Χατζηχρήστος, δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη την επιτυχία των ταινιών του Λογοθετίδη και ξαναγύρισαν συνολικά τέσσερις από αυτές. Τις ταινίες «Ένα βότσαλο στη λίμνη», «Δεσποινίς ετών 39» και «Δελησταύρου και υιός» ξαναγύρισε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας με τους τίτλους «Ο σπαγκοραμμένος», «Ο Ρωμιός έχει φιλότιμο» και «Υιέ μου υιέ μου» αντίστοιχα, ενώ ο Κώστας Χατζηχρήστος πρωταγωνίστησε στο remake της ταινίας «Σάντα Τσικίτα», υπό το νέο τίτλο «Ο παράς κι ο φουκαράς».
{mosimage}
Η τελευταία ταινία του Βασίλη Λογοθετίδη, το πικρό έργο του Σακελλάριου «Ένας ήρως με παντούφλες» γυρίστηκε το 1958. Τον υπερήφανο πατριώτη, τέως στρατηγό Δεκαβάλα πλαισίωναν η Νίτσα Τσαγανέα στον ρόλο της συζύγου χωρίς κατανόηση που πουλάει στον παλιατζή το τιμημένο σπαθί του, η Ίλυα Λιβυκού, που για πρώτη φορά ερμήνευε την κόρη του Λογοθετίδη, καθώς και ο Βύρων Πάλλης, ο Ευάγγελος Πρωτοπαπάς και ο Λαυρέντης Διανέλλος.

Εκτός όμως από την πλούσια θεατρική και την σημαντική κινηματογραφική δράση του, ο Βασίλης Λογοθετίδης ήταν ο πρώτος Πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου.
Παράλληλα, ως θιασάρχης, έκανε ανοίγματα στα θεατρικά δρώμενα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οργανώνοντας μεγάλες και πολύ επιτυχημένες περιοδείες- μάλιστα στο Πίτσμπουργκ τιμήθηκε από τον δήμαρχο με το χρυσό κλειδί της πόλης.
Επίσης, ο τότε βασιλιάς Παύλος τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό του Φοίνικα.
{mosimage}
Ο Βασίλης Λογοθετίδης έφυγε πολύ νωρίς, σε ηλικία 62 ετών, στις 22 Φεβρουαρίου του 1960, χτυπημένος από τον καρκίνο.Πρόλαβε όμως, με τον τρόπο ερμηνείας του, να δημιουργήσει μία ολόκληρη σχολή, την οποία ακολούθησαν μερικοί από τους μεγαλύτερους μεταγενέστερους κωμικούς Έλληνες ηθοποιούς.