Ο Μιχάλης Ροδάκης (1884-1948) –όπως είναι το πραγματικό του όνομα- γεννήθηκε στην Αράχωβα του Αιγίου και μεγάλωσε στο Αίγιο, όπου διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο, μέσω των περιοδευόντων θιάσων.  Αν και η μόρφωσή του δεν ήταν σημαντική και θεωρείται αυτοδίδακτος, η δημοσιογραφική του δραστηριότητα υπήρξε σημαντικότατη και πολυδιάστατη. Αρχίζει το συγγραφικό του έργο το 1910 και παρακολουθεί αδιάκοπα τη δημοσιογραφική, λογοτεχνική και θεατρική κίνηση της εποχής του

 

Έγινε συνεργάτης, συντάκτης, αρχισυντάκτης, πολεμικός ανταποκριτής στα περισσότερα έντυπα της εποχής καλύπτοντας όλα τα κρίσιμα πολιτικά κοινωνικά και καλλιτεχνικά ζητήματα. Μετακινήθηκε από το Αίγιο στην Αθήνα και από την Αθήνα στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, όπου και βρήκε την ευκαιρία να εισχωρήσει σε θεατρικούς θιάσους και να κάνει τα πρώτα του βήματα τόσο στην υποκριτική όσο και στη συγγραφή θεατρικών έργων, και δοκιμίων. Εμφανίστηκε στους θιάσους της Βερώνη και της Κοτοπούλη και έγραψε το πρώτο του  τρίπρακτο θεατρικό έργο, Εχθρός της φυλής (1916).

Πολέμησε στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο και κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου πολέμου οργανώθηκε στη Λήμνο, παρακολούθησε τις επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια, στέλνοντας ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «Πατρίδα», ενώ το 1918 γίνεται πολεμικός ανταποκριτής στο Μακεδονικό μέτωπο. Το 1919 φεύγει, κατόπιν εντολής του Βενιζέλου, σε μυστική αποστολή στη Σμύρνη, εκεί αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου της Αρμοστείας  της Σμύρνης, ενώ ταυτόχρονα όλο αυτό το διάστημα συνεχίζει τη λογοτεχνική του και δημοσιογραφική του προσφορά (εκδίδει το περιοδικό «Τέχνη και Θέατρο», τον «Ελεύθερο κόσμο» γράφει τα Αμαρτωλά και  Φως που καίει -μονόπρακτο-)

Υπήρξε σύμφωνα με τον Άλκη Θρύλο  ένας από τους ιδρυτές της θεατρικής στήλης και τους θεμελιωτές της θεατρικής κριτικής. Ως θεατρικός κριτικός εμφανίζεται κυρίως μέσα από τις σελίδες του Ελεύθερου Βήματος από το 1922. Το 1926 αναλαμβάνει επίσημα τη στήλη θεατρικής κριτικής την οποία υπογράφει με το όνομά του ακέραιο ή με τα αρχικά του «μ. ρ.» και στην οποία γράφει καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Συνεργάστηκε ακόμα με τα περιοδικά και τις εφημερίδες: Νουμάς, Νέα Εστία, Πειραικά Γράμματα,  Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, Πειθαρχία, Ελληνικό Θέατρον. Υπήρξε ο εκδότης των Θεατρικών Χρονικών.

Πρόκειται για ένα ημερολόγιο που εμπεριέχει άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές από εφημερίδες και περιοδικά που αναφέρονται στα σημαντικότερα θεατρικά γεγονότα. Το έργο του αυτό αποτελεί σημαντική προσφορά για την ιστορία του θεάτρου μας, καθώς από χρονιά σε χρονιά καταγράφονται –αν και αταξινόμητα -  φλέγοντα για την εποχή θέματα που αφορούν στην κατάσταση και την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου, όπως η ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου (Θεατρικά Χρονικά Α 1930), η οικονομική κατάσταση των θιάσων(Θεατρικά Χρονικά Β, 1931) την κίνηση των θεάτρων, τις σημαντικές παραστάσεις, τις νέες μορφές θεάτρου μέσα από τις πρωτοποριακές κινήσεις της εποχής και τους σκηνογραφικούς πειραματισμούς (Θεατρικά Χρονικά Β, 1931), την ίδρυση του πρώτου συλλόγου ηθοποιών (Θεατρικά Χρονικά Β, 1931). Μέσα από αυτή τη συλλογή –το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ανήκει στην αρθογραφία του ίδιου του Ροδά- διαφαίνεται σε ένα ευρύ πλαίσιο η ιστορία του θεάτρου της εποχής, με όλες τις αλλαγές, τις ανακατατάξεις, τις καινοτομίες σε επίπεδο δραματουργίας και θεατρικής πράξης. Παρουσιάζονται οι νέοι συγγραφείς και θεατράνθρωποι, οι πρωτοποριακοί θίασοι και οι σύγχρονες για την εποχή παραστασιακές μέθοδοι, η εμφάνιση και οι ανάγκες του Μουσικού Θεάτρου καθώς και οι σημαντικότερες προσωπικότητες του θεάτρου και η καταγραφή του έργο τους.

Εν συνεχεία ο Ροδάς στις Μορφές του θεάτρου  παρουσιάζει σύντομες μονογραφίες για ανθρώπους του θεάτρου, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, ιστορικούς (Κ. Χριστομάνος, Φ. Πολίτης, Ν. Λάσκαρης. Ε. Παντόπουλος, Ν. Μέγκουλας, Γ. Παπαιωάννου) με πλούσιο βιογραφικό και ανεκδοτολογικό υλικό, που αφορά τόσο στο έργο των καλλιτεχνών όσο και στην προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία τους. Πρόκειται για μία μελέτη η οποία παρά την αταξινόμητη και πάλι δομή της, μας προσφέρει σημαντικότατες πληροφορίες, τόσο για τα πρόσωπα και τη δράση τους, όσο και την σκιαγράφηση ενός μεγάλου μέρους της θεατρικής ιστορίας μας.το Έθνος και ηθοποιοί , παρουσιάζει τη στάση και την προσφορά των Ελλήνων ηθοποιών στους πολέμους του 1821, 1897, 1912 και 1922.

Εκτός από τις προαναφερθείσες εργασίες-μελέτες του για το θέατρο, και την πρώτη απόπειρά του για το θέατρο με τον Εχθρό της Φυλής, έχει ακόμα συγγράψει και άλλα θεατρικά όπως την Οργή του δάσους , (τρίπρακτο δράμα), καθώς και τα μονόπρακτα δράματα με τίτλους: Στα προχώματα- Με το γλυκοχάραμα (1917-1920).

Σε όλα του τα κείμενα σχετικά με το θέατρο, δοκίμια ή αρθογραφία, εκφράζει τις απόψεις του και τις κρίσεις του για οποιοδήποτε θέμα, είτε αφορά στο δραματολόγιο και τις σκηνοθεσίες, είτε στις κτιριακές εγκαταστάσεις και τις βελτιώσεις αυτών, είτε στις συνδικαλιστικές κινήσεις των θεατρανθρώπων. Αρχίζει να αρθρογραφεί σε μία εποχή που το ελληνικό θέατρο κάτω από τις προσωπικότητες των Χριστομάνου, Οικονόμου, Πολίτη, αναπτύσσεται και αλλάζει ραγδαία. Βιώνει όλες τις αναζητήσεις των μεγάλων θεατρανθρώπων για τα νέα ρεύματα, τους νέους τρόπους έκφρασης, την αναβίωση του αρχαίου δράματος, την ανανέωση του ελληνικού ρεπερτορίου. Υπήρξε ένθερμος υποστηριχτής της δημοτικής και των εκπροσώπων της, προωθώντας μέσα από τις στήλες του, τόσο σε επίπεδο γραφής όσο και σε επίπεδο κρίσης, την ανάγκη για μία γλώσσα ζωντανή. Στο εύρος της κριτικής του εργασίας, λόγω της προηγούμενης σκηνικής του εμπειρίας, νιώθει ως άνθρωπος που γνωρίζει εκ των έσω την πρακτική πλευρά του θεάτρου, συμπάσχει με τους ανθρώπους που καταπιάνονται με αυτό και με τις ανάγκες τους και συχνά κρίνει σαν καλλιτέχνης.

Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πρόληψη της παράστασης από το κοινό, διαχωρίζει τα έργα στις κατηγορίες σκέψης και δράσης και αναζητά μία διδακτική αξία σ’ αυτά. Στηρίζει τους νέους δημιουργούς, σκηνοθέτες και συγγραφείς, και είναι πάντα με στοργή στο πλευρό των ηθοποιών αναγνωρίζοντας τον κόπο τους. κύριο πλεονέκτημα και κατάκτηση για τους ηθοποιούς θεωρεί την υποκριτική ενότητα και τη φυσικότητα.
Αναλυτικότερα θα δούμε κάποια παραδείγματα της κριτικής του γραφής από κείμενά του στο Ελεύθερο Βήμα και τα Πειραϊκά γράμματα της περιόδου 1941-1942.

ΙΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΔΑ
Στρέφουμε λίγο το βλέμμα στην ιστορία του θεάτρου μας, την ιστορία αυτής της περιόδου κατά την οποία έδρασε με την πένα του ο Μιχάλης Ροδάς, αλλά και λίγο νωρίτερα, ώστε να γίνει κατανοητό το κοινωνικό-πολιτικό-πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής, πράγμα που θα μας βοηθήσει περεταίρω στην κατανόηση πολλών επιλογών και εμμονών του κριτικού ως προς την κριτική του γραφή.

Ο Ροδάς ξεκίνησε να αρθρογραφεί το 1910. Ήδη είχαν κάνει την παρουσία τους και είχαν επιφέρει ριζικές αλλαγές με τις ανανεωτικές ευρωπαϊκές νέες τάσεις στο ελληνικό θέατρο, τόσο ως προς το ρεπερτόριο και το ύφος της υποκριτικής, όσο και ως προς τη δυναμική των θιάσων που προσεγγίζουν περισσότερο την εικόνα των θιάσων συνόλου, οι Χρηστομάνος και Οικονόμου. Μετά την παύση της λειτουργίας της Νέας Σκηνής και του Βασιλικού Θεάτρου, το θέατρο επανέρχεται και πάλι στα χέρια των πρωταγωνιστών. Πρωταγωνιστές που στο παρελθόν θήτευσαν κοντά στους μεγάλους σκηνοθέτες και επιλογές των οποίων ως προς το ρεπερτόριο και την υποκριτική, επηρεάστηκαν σαφώς από αυτή την προηγούμενη εμπειρία τους. Καθώς η Αθήνα αναπτύσσεται και αυξάνεται πληθυσμιακά, οι θίασοι δε χρειάζεται να περιοδεύουν όπως  στο παρελθόν αφού το αθηναϊκό κοινό τους καλύπτει οικονομικά και επιπλέον οι δυσκολίες μετακίνησης κατά τη διάρκεια των πολέμων τους ωθεί στη συγκέντρωσή τους στην πρωτεύουσα. Ταυτόχρονα με το θέατρο πρόζας ανθίζουν και άλλες μορφές θεάματος όπως η οπερέτα και η επιθεώρηση. Σταδιακά, με την ανάπτυξη του βαριετέ και του μουσικού θεάτρου, οι πρωταγωνιστές υποκαθίστανται από τους ανταγωνιστές θεατρικούς επιχειρηματίες.

Η νέα γενιά των πρωταγωνιστών διχάζεται και ταλαντεύεται ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και την οικονομική επιτυχία. Ο Οικονόμου συνεχίζει συνειδητά να επηρεάζει σημαντικά τις θεατρικές εξελίξεις τόσο σε επίπεδο ρεπερτορίου, όσο και εκπαίδευσης. Διαμορφώνει ουσιαστικά τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών, δίνοντας έμφαση και στα θέματα θεατρικής παιδείας. Μαθητές του υπήρξαν ο Ροντήρης, ο Ρώτας ο Πολίτης, η Κοτοπούλη και άλλοι πολλοί που θα σημαδέψουν το ελληνικό θέατρο για πολλά χρόνια και σαφώς κατά την περίοδο 40-41. Ολόκληρη την εποχή σφραγίζουν οι Κυβέλη και Κοτοπούλη που εδραίωσαν τον τύπο του ηθοποιού – θιασάρχη. Και οι δύο θίασοι με μεγάλο αριθμό παραγωγών, μέσα από το ρεπερτόριο  τους, εκφράζουν την αμφιταλάντευση μεταξύ σημαντικών και εύπεπτων έργων, που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής.

Μέσα από αυτό το κλίμα όμως καταφέρνουν να περάσουν και πολύ σημαντικά έργα στο ρεπερτόριό τους και να στηρίξουν τη σύγχρονη ελληνική δραματογραφία. Σύγχρονα ελληνικά έργα, κομεντί, επιθεωρήσεις, τραγωδία, αστικό δράμα, επικρατούν στις αθηναϊκές σκηνές. Καινούριοι θίασοι βγαίνουν στο προσκήνιο με πρωτοποριακές κινήσεις έκφρασης (όπως το Λαϊκό Θέατρο του Ρώτα, οι θίασοι Βεάκη, Νέζερ κ.α.) Η ίδρυση του Εθνικού θεάτρου το 1932 αξιοποιεί όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις και ενσωματώνει σε μεγάλο βαθμό τους καταξιωμένους ηθοποιούς της περιόδου. Πολίτης Ροντήρης, Μουζενίδης, Μιχαηλίδης, Κατσέλης, Καραντινός, οι σκηνοθετικές δυνάμεις της εποχής. Με τη λειτουργία του Εθνικού ωθείται και το ελεύθερο θέατρο, για λόγους ανταγωνισμού, στη βελτίωσή του. Εμφανίζονται κατά τη δεκαετία του 30 και νέοι θίασοι όπως της Κατερίνας και του Μουσούρη, ή και η Λαϊκή Σκηνή των Κουν, Τσαρούχη, Δεβάρη που συνεχίζουν τη δράση τους και κατά τη δεκαετία του ’40. Σημαντική στιγμή για την ιστορία του ελληνικού θεάτρου αποτελεί το 1942 η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης.

ΙΙΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ_ ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ:
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Η αναφορά μου στις κριτικές του Ροδά έχει να κάνει με τη μελέτη των γραπτών του κατά την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης. Η συγκεκριμένη περίοδος είναι δύσκολη για την θεατρική Αθήνα, τόσο λόγω της πείνας και των συνθηκών του πολέμου, όσο και λόγω της λογοκρισίας που επέβαλε σαφείς περιορισμούς. Είναι φανερό πως ο κριτικός αποφεύγει εύλογα να αναφερθεί στα γεγονότα του πολέμου ή στη δράση των ηθοποιών, σε μία εποχή που όλα λογοκρίνονται, όμως στέκομαι στην αντίδρασή του ως προς τα έργα με πολεμικό περιεχόμενο σε μία εποχή που το κοινό αντλούσε δύναμη από αυτά. Ίσως, κατά το Ροδά, η αντίσταση να πετυχαίνει μέσα από τα σημαντικά κείμενα που αφυπνίζουν το πνεύμα. Ίσως η κινητοποίηση της σκέψης να αποτελεί πολιτική πράξη και υπόβαθρο για πνευματική αντίσταση σε οποιασδήποτε μορφής σκοταδισμό και επιβολή.Τα δύο έντυπα από τα οποία εξετάζονται οι κριτικές είναι η καθημερινή εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα και το μηνιαίο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα.

Οι κριτικές που εξετάζονται είναι έντυπες, σε ειδική στήλη για το θέατρο με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ για το Ελεύθερο Βήμα, και Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ για τα Πειραϊκά Γράμματα. Η εφημερίδα υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Συριώτη, είναι πολιτική, ευρείας κυκλοφορίας και μικτού χαρακτήρα, ενώ το περιοδικό αποτελεί έντυπο, το οποίο ασχολείται με τον πολιτισμό και τα γράμματα.

Ο Μιχάλης Ροδάς, στις κριτικές του στο Ελεύθερο Βήμα συνήθως χρησιμοποιεί ως τίτλο, το όνομα του έργου που παρουσιάζει και ακριβώς από κάτω υπογραμμισμένο το θίασο ο οποίος το ανεβάζει. Τα κείμενά του αναφέρονται περισσότερο στο θεατρικό έργο, στον συγγραφέα του και στον τρόπο προσέγγισης των ηθοποιών και λιγότερο στη σκηνοθεσία, στα υπόλοιπα σημειακά συστήματα της παράστασης και στους συντελεστές τους. Φωτίζει πάντα τα θετικά στοιχεία μιας παράστασης ακόμα κι αν δεν αγαπά ιδιαίτερα το συγκεκριμένο θεατρικό είδος με το οποίο καταπιάνεται και προτρέπει ένθερμα το κοινό να παρακολουθήσει ένα έργο όταν το είδος του είναι αγαπητό. Προτιμά το κλασικό ρεπερτόριο ή το σύγχρονο και πολιτικοποιημένο, ενώ κριτικάρει δυσμενώς τα λεγόμενα “ ελαφρά έργα” χωρίς σημαντικό περιεχόμενο. Ταυτόχρονα δείχνει μία αδυναμία στους νέους Έλληνες συγγραφείς. Αναλύει εκτενώς το έργο τους, φωτίζει τα θετικά τους στοιχεία, παρουσιάζει με κάθε λεπτομέρεια τις αδυναμίες τους και συμβουλεύει για την καλύτερη επεξεργασία και εξέλιξη των κειμένων τους. Είναι αυστηρός αλλά ταυτόχρονα επεξηγηματικός.

Η συνήθης δομή που ακολουθεί στις κριτικές του είναι τριμερής ή διμερής.
Στην πρώτη περίπτωση χωρίζεται στα εξής μέρη:
Α) Εισαγωγή: Σύντομη αναφορά στο θίασο, το θιασάρχη και τους σημαντικούς συντελεστές του (και συχνά μία αναφορά σε προηγούμενα έργα) ή μία ιστορική αναδρομή σχετικά με το θεατρικό είδος ή το έργο.
Β) Εκτενής αναφορά στο συγγραφέα και στο έργο (με προσθήκη της υπόθεσης) και  ανάλυση του.
Γ) Επίλογος: Αναφορά στους ηθοποιούς με αναλύσεις επί των ρόλων και επιθετικούς προσδιορισμούς που συχνά υπογραμμίζουν τη συνολική τους προσφορά στη σκηνή.

Στη δεύτερη περίπτωση χωρίζεται σε ένα πρώτο μέρος με ιστορικά στοιχεία και σε ένα δεύτερο κριτικής της παράστασης.
Το ύφος του κριτικού αν και σε απλή γλώσσα -η οποία όμως διατηρεί στοιχεία της καθαρεύουσας-, που αναπτύσσεται μεταξύ παρατατικού και αορίστου, ως προς την παράσταση και παρακειμένου, υπερσυντέλικου ή και ενεστώτα για αναφορές στο πρόσωπό του, και πάντα ανά περίσταση, τείνει να πλησιάσει το δοκίμιο και είναι καθαρά υποκειμενικό και κάθετο, χωρίς κανένα περιθώριο ερωτηματικών ή λάθους ως προς τις απόψεις του. Αναφέρεται εμμέσως στους αναγνώστες και τηρεί κατά κανόνα την τριτοπρόσωπη αφήγηση ως προς αυτούς. Συχνά εμπλουτίζει τα κείμενά του με τις προσωπικές του θεατρικές εμπειρίες.  Κατά τις αναλύσεις του, χρησιμοποιεί μακροπερίοδη σύνταξη και επιδεικνύει επαρκείς θεατρικές-λογοτεχικές γνώσεις.  Κατά το Ροδά το κείμενο εκλαμβάνεται ως έργο συμπαγές και όχι ως εύπλαστο συστατικό της παράστασης. Στις κριτικές του αναφέρεται κυρίως στο κείμενο και στις ερμηνείες, προσεγγίζοντας τα με μία περισσότερο “σκηνοθετική” ματιά, χωρίς να αναφέρεται εκτενώς στα υπόλοιπα στοιχεία της παράστασης.

Δίνει συμβουλές για την ιδανική προσέγγιση, στο κείμενο και στην παράσταση σαν δάσκαλος-σκηνοθέτης.  Ως προς τα πρόσωπα των έργων αναζητά την αληθοφάνεια, αναλύοντας συχνά την κοινωνική και ψυχολογική τους κατάσταση, για να αποδείξει την επιτυχή η την ανεπιτυχή επιλογή του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη.
Ενδιαφέρον είναι ότι κάποιες φορές αναφέρεται σε παλαιότερες απόψεις και θέσεις του, τις οποίες εξέφραζε μέσα από τις κριτικές του και στις οποίες εξακολουθεί να επιμένει, αφήνοντας την αίσθηση ενός ανοιχτού διαλόγου με τους αναγνώστες συνεχίζουν να τον παρακολουθούν με το πέρασμα του χρόνου. Μέσα από τις στήλες του γίνεται εμφανής η “δύναμη” του κριτικού, καθώς παρουσιάζονται νέοι συγγραφείς αλλά και καταξιωμένοι ηθοποιοί που τον συμβουλεύονται και αναζητούν την άποψή του για το έργο τους και τη μελέτη τους. 

Σημαντικό μέλημα του κριτικού σε κάθε ευκαιρία είναι να κάνει λόγο για την αποστολή του θεάτρου χρησιμοποιώντας όρους όπως καλλιτεχνική ανάταση, πνευματικό περιεχόμενο κ.α. Κάνει μονίμως παρατηρήσεις ως προς την επιλογή του ρεπερτορίου, ακόμα και σε θιάσους που ιδιαίτερα εκτιμά, και επιδίδεται σε έντονες κορώνες θαυμασμού, όταν ένα κείμενο ή ένας θίασος υπηρετεί το υψηλό ιδεώδες της τέχνης. Είναι αναμενόμενο λοιπόν, το Εθνικό Θέατρο, τόσο με το ρεπερτόριο όσο και με την επιλογή των συντελεστών του, να αποτελεί αγαπημένο τόπο για τον Μιχάλη Ροδά.  Γράφει με πολύ θερμά λόγια τόσο για τα ίδια τα έργα  όσο και για το ανθρώπινο δυναμικό των παραστάσεων και το υλικό του ρεπερτορίου, το οποίο επιτρέπει στον κριτικό να αναπτύσσει όλα εκείνα τα ιστορικά στοιχεία που θεωρεί απαραίτητα, όλες εκείνες τις αναλύσεις που υποβοηθούν στην καλλιέργεια των θεατών και την καταγραφή της ιστορίας του τόπου

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε πως τόσο η γλώσσα όσο και το ύφος του κριτικού από το ένα έντυπο στο άλλο παρουσιάζει τις αλλαγές που εντοπιστήκαν, αλλά ο ίδιος ταυτόχρονα λειτουργεί  συνενωτικά ως προς τα κείμενά του, τόσο ως προς τις απόψεις όσο και ως προς την αναφορά σε ένα κοινό που τον παρακολουθεί και τον εμπιστεύεται.  Ούτε μία φορά δεν έχει γίνει λόγος για σύγχυση αυτού του συγκεκριμένου κοινού. Οι επιβραβεύσεις του Ροδά, σε σχέση με τις παραστάσεις, συμπίπτουν με το θερμό χειροκρότημα του κοινού, η με την μακρύτερη βιωσιμότητα της παράστασης, ενώ οι ελάχιστες υποτιμητικές του αναφορές σε μη εκπαιδευμένο κοινό, που αγαπά τα εύκολα έργα, είναι με τέτοιο τρόπο συντεταγμένες, που εξαιρούν τον αναγνώστη της στήλης. Είναι φανερή η εκτίμηση που τρέφει ο κριτικός για  συγκεκριμένα πρόσωπα και θιάσους και φανερή η αγάπη του για τους προγενέστερους δασκάλους του θεάτρου. Επιδεικνύει με κάθε αφορμή τόσο τις γνώσεις του σχετικά με την ιστορία όσο και τη σχέση του με εκείνους.

Πραγματικά ο Μιχάλης Ροδάς είναι ο άνθρωπος που παρακολούθησε την ανάπτυξη και τη εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου ήδη από τις καινοτόμες παρουσίες των Χρηστομάνου και Οικονόμου μέχρι τις συνεχείς δοκιμές και εξελίξεις του  Εθνικού Θεάτρου κάτω από τη διδασκαλία σπουδαίων σκηνοθετών και τις νέες τάσεις του Κ. Κουν. Ο κριτικός γνωρίζει όλες τις τεχνικές, όλους τους τρόπους έκφρασης, και όλες τις αλλαγές που ο χρόνος, ο χώρος και η γνώση επέφεραν στο ελληνικό θέατρο. Όπως κάθε άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας τρέφει μία ιδιαίτερη αγάπη για τις σημαντικές μορφές της νεότητάς του και τις φόρμες των νεανικών του χρόνων, αλλά ταυτόχρονα ψυχανεμίζεται τις αλλαγές και διακρίνει τις ανάγκες της θεατρικής σκηνής που πολλαπλασιάζονται με τα χρόνια. Γράφει ως άνθρωπος που γνωρίζει εκ των έσω την πρακτική πλευρά του θεάτρου, συμπάσχει με τους ανθρώπους που καταπιάνονται με αυτό και με τις ανάγκες τους και συχνά κρίνει σαν καλλιτέχνης. Στηρίζει τους νέους δημιουργούς, σκηνοθέτες και συγγραφείς, και πλησιάζει στοργικά και συμβουλευτικά τους ηθοποιούς, αναγνωρίζοντας τον κόπο τους. Θεωρεί  κύριο πλεονέκτημα και κατάκτηση για την υποκριτική τέχνη, την ενότητα και τη φυσικότητα, βασισμένες στη σωστή εκφορά του λόγου.

Αν και προτιμά το κλασικό ρεπερτόριο και κριτικάρει δυσμενώς τα λεγόμενα “ ελαφρά έργα” χωρίς σημαντικό περιεχόμενο, φωτίζει πάντα τα θετικά στοιχεία μιας παράστασης, ακόμα κι αν δεν αγαπά ιδιαίτερα το συγκεκριμένο θεατρικό είδος.Τέλος γίνεται εμφανής η  επιρροή του κριτικού, καθώς συχνά νέοι αλλά και καταξιωμένοι καλλιτέχνες τον συμβουλεύονται, αναζητούν την άποψή του για το έργο τους και τη μελέτη τους και μετατρέπουν το καλλιτεχνικό τους έργο ανάλογα με την κρίση του.