{mosimage}Στους κινηματογράφους η πιο σουρεαλιστική ταινία του ανατρεπτικού σκηνοθέτη ΛΟΥΙ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛ, Η ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ, σε επανέκδοση με καινούριες κόπιες 35 mm από τις 5 Αυγούστου.«Η ταινία συνδυάζει σκηνοθετική δεξιοτεχνία,με μια σκανταλιάρικη, αναρχική αίσθηση δημιουργικής ελευθερίας»  New York Times


«Ο Bunuel προσθέτει άλλο ένα έξοχο φιλμ στο δυνατό έργο του, με μια σουρεαλιστική ιστορία για τους αστούς» Variety

«Η κωμωδία του Bunuel είναι σαν μια κλωτσιά στα πλευρά,επιδέξια και οδυνηρή» Roger Ebert
Η ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ   (La charme discret de la bourgeoisie)  Γαλλία/ Ιταλία/Ισπανία – 1972 – 102’ – Έγχρωμο


Σκηνοθεσία: Luis Bunuel
Σενάριο : Luis Bunuel, Jean-Claude Carriere
Παραγωγή : Serge Silberman
Φωτογραφία: Edmond Richard


Με τους: Fernando Rey, Paul Frankeur, Delphine Seyrig, Jean-Pierre Cassel, Bulle Ogier, Stephane Audran, Michel Piccoli


Η ΤΑΙΝΙΑ:

Στα πλούσια προάστια του Παρισιού, 6 μεγαλοαστοί, ανάμεσά τους ο πρέσβης μιας λατινοαμερικάνικης χώρας, βρίσκονται σε μια πολύ περίεργη κατάσταση: προσπαθούν να δειπνήσουν και να ολοκληρώσουν ένα γεύμα αλλά συνεχώς οι προσπάθειές τους αναστέλλονται από μια σειρά περίεργα, κωμικοτραγικά, άλλα αληθινά και άλλα φαντασιακά, γεγονότα, που παρεμβάλλονται στην πορεία. Έτσι, η παρέα των αστών φτάνει σε ένα εστιατόριο τη μέρα που έχει πεθάνει ο ιδιοκτήτης και το πτώμα του βρίσκεται στην κουζίνα, κάποια άλλη στιγμή νομίζουν ότι κάθονται σε εστιατόριο αλλά μια αυλαία που ανοίγει αποκαλύπτει ότι βρίσκονται σε μια σκηνή θεάτρου και έχουν γίνει δημόσιο θέαμα. Αλλού, βρίσκονται σε ένα καφέ που δεν έχει να τους σερβίρει τίποτα παρά μόνο νερό ενώ κάποια άλλη φορά, το δείπνο τους διακόπτει μια συμμορία που τους γαζώνει με σφαίρες κ.ο.κ. Τελικά, το δείπνο δεν πραγματοποιείται ποτέ. Η αστική τάξη μένει ανικανοποίητη.

Ο Bunuel με αυτή την αριστουργηματική σουρεαλιστική ταινία, σατιρίζει καυστικά για άλλη μια φορά την αστική τάξη και την προσποιητή ευγένειά της. Τίποτα δεν ξεφεύγει από το σαρκασμό: οι κενοί καλοί τρόποι, οι ανούσιες κοινωνικές εκδηλώσεις, οι αποσαρθρωμένες διαπροσωπικές σχέσεις, οι εγκληματικές πράξεις, που καλύπτονται από την κοινωνική θέση (ο πρέσβης κάνει λαθρεμπόριο κοκαΐνης), η συνεχής αίσθηση του ανικανοποίητου, που δείχνεται με το ότι τελικά παραμένουν νηστικοί…
Τη δεκαετία του `60 γυρίστηκαν μια σειρά σημαντικών ευρωπαϊκών ταινιών, από δημιουργούς όπως Γκοντάρ, Ριβέτ, Μπέργκμαν, Παζολίνι, οι οποίες αμφισβήτησαν την κλασική αφήγηση και την κινηματογραφική αληθοφάνεια, που είχαν καταντήσει τροχοπέδη για τη δημιουργική έκφραση τα προηγούμενα χρόνια. Το ενδιαφέρον εστιάστηκε λοιπόν στην απόσπαση της αφήγησης από τα παραδοσιακά πλαίσια της λογικής σειράς αλλά και στην αποκάλυψη του ψευδαισθησιακού χαρακτήρα των ταινιών. Η Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας ανήκει σε αυτό το γκρουπ ταινιών….

Με ευρηματική σκηνοθεσία που αναιρεί το διαχωρισμό μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο Bunuel επιτίθεται στη λογική δομή της αφήγησης. Η υπόθεση δεν παίζει σπουδαίο ρόλο. Πρόκειται απλώς για μια σειρά παράδοξων γεγονότων φαντασιακού χαρακτήρα, που σκοπό έχουν να φέρουν τους αστούς σε δύσκολη θέση. Με κάθε παράλογη και σουρεαλιστική εικόνα ο Bunuel εισβάλλει στο σύμπαν των αστών δημιουργώντας ασάφεια και σύγχυση των κοινωνικών ρόλων (π.χ. ο επίσκοπος που είναι και κηπουρός). Ακόμα και το κεντρικό θέμα, το δείπνο, δεν έχει αφηγηματική αξία. Όπως αναφέρει ο κριτικός Robin Wood, «Ο Bunuel χρησιμοποιεί το δείπνο για να κάνει την ανατομία των αστικών τελετουργικών:  ο σκοπός δεν είναι να φάνε αλλά να επιβάλλει ο καθένας το κοινωνικό του γόητρο».

Η απουσία ισχυρής αφηγηματικής δομής στρέφει λοιπόν την προσοχή μας στις αλλόκοτες περιπέτειες των ηρώων και την επικίνδυνη ρηχότητα των πολιτισμένων συζητήσεων των ανώτερων κοινωνικών κύκλων.
Στην ταινία βλέπουμε 4 κύρια στοιχεία: 1) την πραγματικότητα, η οποία μονίμως διακόπτεται από φαντασιακά γεγονότα 2) το όνειρο, το οποίο χρησιμοποιείται για να ξεβολεύει τον θεατή από τη σιγουριά του. Το όνειρο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ταινία, καθώς η αρχή του δεν σηματοδοτείται ποτέ, οπότε ο θεατής «ξυπνά» και αυτός ξαφνιασμένος μαζί με τον ήρωα της ταινίας. Ο Bunuel μάλιστα, επηρεασμένος από τα βιβλία Gil blas de santillana του Alain-Rene Lesage και The manuscript found in Saragossa του Jan Potocki, γνωστά για τον αινιγματικό τους χαρακτήρα, εφαρμόζει και στην ταινία του την τεχνική «όνειρο μέσα σε όνειρο», παίζοντας με την κοινή λογική του θεατή 3) τις παρεμβαλλόμενες αφηγήσεις. Πρόκειται για κάποιες ιστορίες που αφηγούνται τυχαίοι ήρωες και συσκοτίζουν και αυτές τα όρια πραγματικότητας-φαντασίας 4) τον επαρχιακό δρόμο, που είναι περισσότερο ένας ουτοπικός χώρος, μια ζώνη εκτός τόπου και χρόνου, στην οποία οι ήρωες περιπλανώνται άσκοπα.

Μέσα από την παραδοξότητα του τρόπου αφήγησης, ο σκηνοθέτης καταλύει την εικόνα της αστικής τάξης, αφήνει να φανεί ο παραλογισμός και η κενότητα της ύπαρξής της, ο αέναος κύκλος των επιτηδευμένων πράξεών της. Παράλληλα, με ένα αιχμηρό σουρεαλιστικό χιούμορ, επιτίθεται στους πυλώνες της: πλούσιοι, εκκλησία, αστυνομία, πολιτικοί, κυβερνήσεις, ισχυροί παράγοντες, σατιρίζονται μέσα από μια τόσο γκροτέσκα υπόθεση, που δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια ανελέητη παρωδία της μπουρζουαζίας! Γκρεμίζει έτσι τα κοινωνικά στερεότυπα, καταδεικνύει τις αδυναμίες της αστικής τάξης αλλά και την ενοχικότητα της βεβαρημένης συνείδησής της, αφού μπορεί με την ίδια ευκολία να φέρεται κόσμια και την ίδια στιγμή να διαπράττει εγκλήματα. Ακόμη και ο τίτλος της ταινίας («Ένας από τους καλύτερους στην ιστορία του σινεμά»-J. Hoberman, The Village Voice) είναι αποκαλυπτικά ειρωνικός: είναι σαν να λένε οι αστοί: «Εμείς οι μπουρζουά ό, τι κάνουμε, το κάνουμε τουλάχιστον χωρίς να χάσουμε την ανατροφή και τους καλούς μας τρόπους». Το μοναδικό τους επιχείρημα είναι δηλαδή ο ψύχραιμος και «πολιτισμένος» τρόπος με τον οποίο ανταποκρίνονται σε οποιαδήποτε περίσταση. Αποκαλύπτεται έτσι η ελαφρότητα, η απάθεια και η συγκαταβατικότητα με την οποία η μπουρζουαζία αντιμετωπίζει όλα τα θέματα.
Η ταινία χλευάζει, βεβηλώνει, ξεμπροστιάζει την επίφαση της εκπολιτισμένης κοινωνίας και καλεί τον θεατή σε ένα σουρεαλιστικό, φαντασιακό γαϊτανάκι, αστείο σαν γροθιά στο στομάχι.


Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

Ο πατέρας του σουρεαλιστικού κινηματογράφου, Luis Bunuel Portoles, γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1900, στην Ισπανία. Μεγάλωσε σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, τόσο κλειστή, παραδοσιακή και θρησκόληπτη, που ο ίδιος την αποκαλούσε «μεσαιωνική». Μέλος πολύ ευκατάστατης οικογένειας, έλαβε από νωρίς αυστηρή καθολική μόρφωση. Σύντομα, όμως, το ελεύθερο πνεύμα του και ο επαναστατικός του χαρακτήρας τον έκαναν να αντιδράσει στον καθολικισμό -μια αντίδραση που θα συνεχιζόταν σε όλη του τη ζωή.


Στο πανεπιστήμιο θα γίνει φίλος με δύο μεγάλες μορφές της τέχνης, το ζωγράφο Salvador Dali και τον ποιητή Federico Garcia Lorca. Αργότερα, θα μετακομίσει στο Παρίσι, όπου θα εργαστεί στον κινηματογράφο και μάλιστα θα μαθητεύσει δίπλα στον Ζαν Επστάιν. Το 1929 ήταν χρονιά ορόσημο για τον Bunuel, καθώς, μαζί με τον Dali, θα γυρίσουν το Un chien andalou, μια ταινία απόλυτα σοκαριστική για τα ήθη της εποχής, με την οποία γράψανε κινηματογραφική ιστορία. Ο Bunuel χρησιμοποίησε την εμμονή του με τα όνειρα και δημιούργησε ένα συνειρμικό όσο και βλάσφημο σύμπαν, κάτι που θα αναπαράγει σε όλες του τις ταινίες στο εξής. Με την ταινία αυτή οι σουρεαλιστές τον υποδεχτήκανε πανηγυρικά στους κύκλους τους και ο Bunuel ανακηρύχτηκε ο σημαντικότερος σουρεαλιστής σκηνοθέτης.
Από την πρώτη στιγμή ο Bunuel ήταν ένας άθεος, «βλάσφημος» σκηνοθέτης, που σκοπό είχε να προκαλέσει και να επιτεθεί στους θεσμούς και την υποκρισία της αστικής τάξης. Η δεύτερη ταινία του, L'Age d'or (1930), βεβηλώνοντας τα ιερά και τα όσια του καθολικισμού, προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο δεξιός Τύπος πολέμησε την ταινία και τελικά η αστυνομία την απαγόρευσε, μια απαγόρευση που κράτησε 50 ολόκληρα χρόνια!


Το 1933, ο Bunuel επιστρέφει στην Ισπανία, μέσα σε ένα φοβερά ταραχώδες πολιτικό κλίμα, και γυρίζει τη μικρού μήκους ταινία Las Hurdes: Tierra Sin Pan (1933), ένα ντοκιμαντέρ για τις δυσχέρειες των χωρικών. Όμως, η πολιτική κατάσταση της χώρας ήταν εκρηκτική και το 1936 οδήγησε στον Ισπανικό Εμφύλιο. Με την επιβολή της δικτατορίας του Franco, που έγινε και με την ισχυρή στήριξη της εκκλησίας, πολλοί καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Ο Bunuel έφυγε στην Αμερική και, αφού εργάστηκε για ένα διάστημα στο μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, μετακόμισε στο Μεξικό. Το 1948, με την εγκληματική κατάσταση να συνεχίζεται στη χώρα του από το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα. Στο Μεξικό πια θα βρει το έδαφος και την ελευθερία για να γυρίσει τις ταινίες του: Ανάμεσά τους το Los Olvidados (1950), με το οποίο θριάμβευσε στις Κάννες (πρόσφατα η ταινία εντάχτηκε και στη λίστα της UNESCO ως μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς).


Όταν το 1960, για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, ο Φράνκο κάλεσε τον Bunuel να γυρίσει στην πατρίδα του και να σκηνοθετήσει ένα φιλμ της δικής του επιλογής, ο Bunuel δέχτηκε. Και του ανταπέδωσε την «ευγενική χειρονομία» γυρίζοντας τη Viridiana, μια εξοργιστικά «βλάσφημη» ταινία, που μέσα στα άλλα, παρωδεί και τον Μυστικό Δείπνο! Το αποτέλεσμα ήταν το καθεστώς να κάψει τις κόπιες, όχι όμως πριν προλάβει μια από αυτές να περάσει στη Γαλλία και να βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.


Στις δεκαετίες `60-`70 ο Bunuel διανύει την ωριμότερη φάση του, τη λεγόμενη «Γαλλική περίοδο», όπου με συνεργάτες τους Silberman and Carriere, θα σκηνοθετήσει στη Γαλλία τα μεγάλα κινηματογραφικά του αριστουργήματα. Ανάμεσά τους, τα Le journal d'une femme de chambre (1964), Belle de Jour (1967), Le Charme discret de la bourgeoisie (1972) και, την τελευταία του ταινία, Cet obscur objet du desir (1977). Αυτές θα είναι και οι διασημότερες ταινίες της καριέρας του και όχι άδικα: ο Bunuel διακωμωδεί τις φαντασιώσεις της αστικής τάξης με απίστευτη μαεστρία ενώ και με τη Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας, κάνει την απόλυτη ανατομία του αστικού μπανάλ και κερδίζει το Oscar Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Στα τέλη του ΄70, ο Bunuel αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία μέχρι και το τέλος της ζωής του και μαζί με τον Carriere, έγραψε την αυτοβιογραφία του, Mon Dernier Soupir (1982). Ένα χρόνο μετά, το 1983, ο μεγάλος αιρετικός του κινηματογράφου πέθανε, αφήνοντας πίσω του ως κληρονομιά την αγάπη για την ανατροπή και το σκάνδαλο, ως τρόπους αλλαγής της κοινωνίας.


«Δημοσιογράφος: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας χαρακτήρες στην ταινία;
Bunuel: Οι κατσαρίδες!»

Για τη Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας, από συνέντευξη στο Newsweek


«Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος!»
«Ευτυχώς, κάπου ανάμεσα στο τυχαίο και το μυστηριώδες βρίσκεται η φαντασία, το μόνο πράγμα που προστατεύει την ελευθερία μας, παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι προσπαθούν συνέχεια να την περιορίσουν ή να την αφανίσουν ολοσχερώς» LUIS BUNUEL

«Ο σουρεαλισμός αποτελούσε για τον Μπουνιουέλ ένα κίνημα το οποίο πρότεινε πρωτίστως «μια ορισμένη άποψη για την επανάσταση» και δευτερευόντως μια φιλοσοφική ή αισθητική εξέγερση. Την τέχνη την χρησιμοποίησε ως πεδίο προγύμνασης αγωνιστών για τη μελλοντική εξέγερση ή ένα δίαυλο για την εύστοχη διασπορά μηνυμάτων, για την πρόκληση φθοροποιών για το κοινωνικό σύστημα σκανδάλων»


«Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας στηρίζεται σε δύο χιουμοριστικούς άξονες αστικού ενδιαφέροντος: την αναβολή ή την στέρηση του σεξ και την αναστολή του φαγητού. Η «γοητεία» των ηρώων βρίσκεται στις κεντρικές αυτές αμηχανίες, σ’ ένα άγχος ποταπών ανησυχιών που περιλαμβάνουν και το φόβο του θανάτου»
Νίκος Κολοβός, αποσπάσματα από το βιβλίο «Κινηματογράφος Ντανταϊσμός Σουρεαλισμός» (εκδ. Αιγόκερως)
ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ BUNUEL:

«Το να δουλεύεις με τον Bunuel ήταν ευτυχία»
Jean-Claude Carriere

«Οι προφήτες του κινηματογράφου είναι λίγοι και μοναχικοί. Και πιο χαρακτηριστικός απ’ όλους, ο Ισπανός Bunuel»
Tony Richardson

«Ο Bunuel είναι ένας εύθυμος πεσιμιστής. Δεν παραδίνεται στην απελπισία αλλά είναι σκεπτικιστής... Σαν τους συγγραφείς του 18ου αιώνα, ο Bunuel μας διδάσκει πώς να αμφισβητούμε...»
Francois Truffaut    

«Ο Bunuel είναι μια από αυτές τις φιγούρες του παγκόσμιου κινηματογράφου, που θα παραμένει για πάντα στο παγκόσμιο σινεμά»
Carlos Saura

«Τον έχουν αποκαλέσει τα πάντα: προδότη, αναρχικό, διεστραμμένο, συκοφάντη, εικονοκλάστη. Αλλά τρελό δεν τον αποκαλούν. Και πράγματι, την τρέλα απεικονίζει στις ταινίες του αλλά όχι τη δική του.... δείχνει την τρέλα του πολιτισμού, το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ανθρώπου μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια εξευγενισμού»
Henry Miller



ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ:
Un chien andalou (Ο ανδαλουσιανός σκύλος), 1929
L'age d'or (Η χρυσή εποχή), 1930
Las Hurdes (Γη χωρίς ψωμί) (1933)
El gran calavera, 1949
Los olvidados (Ξεχασμένοι από την κοινωνία), 1950
Susana (Κυλισμένη στο βούρκο), 1951
El (Αυτός), 1953
El bruto, 1953
Las aventuras de Robinson Crusoe (Ροβινσών Κρούσος), 1954
Ensayo de un crimen (Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ), 1955
Nazarin (Ναζαρέν), 1959
Viridiana (Βιριδιάνα), 1961
El angel exterminador (Εξολοθρευτής άγγελος), 1962
Le journal d'une femme de chambre (Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας), 1964
Simon del desierto, 1965
Belle de jour (Η ωραία της ημέρας), 1967
La voie lactee (Ο γαλαξίας), 1969
Tristana (Τριστάνα), 1970
Le charme discret de la bourgeoisie (Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας), 1972
Le fantome de la liberte (Το φάντασμα της ελευθερίας), 1974
Cet obscur objet du desir (Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου), 1977