stella mariΣτη δεκαετία του 1940 ο Καμύ, προσπαθώντας να καταδείξει τη θέση του ανθρώπου σ’ένα ολόκληρο κόσμο/σύστημα αξιών, αρχών και θεσμών, που κατέρρεε, έγραφε στο «Μύθο του Σίσσυφου»- «…μέσα σε ένα σύμπαν, που ξαφνικά απογυμνώνεται από κάθε ψευδαίσθηση, από κάθε φως, ο άνθρωπος αισθάνεται ξένος. Είναι ένας αθεράπευτα εξόριστος, τόσο επειδή στερήθηκε τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρικής γης, όσο και γιατί του λείπει μια ελπίδα υπόσχεσης μιας μελλοντικής πατρίδας».



Ο άνθρωπος γίνεται πλέον ξανά η αφετηρία, το σημείο αναφοράς, το μέτρο και ο αυτοσκοπός κάθε θεατρικής (και όχι μόνο) αναζήτησης.και σύντομα εγκαταλείπονται και οι μέχρι τότε παλιές/συμβατικές φόρμες, προκειμένου να υπηρετηθεί αυτός ο στόχος. Σύντομα οι υπαρξιακές αναζητήσεις των Καμύ και Σαρτρ, δεν αποτελούν πια μια νέα πρόταση κατάδειξης και έκφρασης της έκπτωσης, καθώς χρησιμοποιούν τους άξονες του «παλιού»,ρεαλιστικού θεάτρου, ακόμα κι όταν μιλούν για όνειρα και εφιαλτικές πραγματικότητες. Το « Θέατρο του παραλόγου» έρχεται τώρα να συμπληρώσει τον πίνακα ενός κόσμου, που ψυχορραγεί και , προκειμένου να μιλήσει, ακροβατεί μεταξύ σάτιρας και τρόμου, κωμικοτραγικών καταστάσεων που αγγίζουν τα όρια του γκροτέσκο, και δυνατών στιγμών λυρισμού .

Δεν πρόκειται για ένα θέατρο αλληλουχίας αντικειμενικών γεγονότων, αλλά για ένα θέατρο πολύ προσωπικών καταστάσεων-για την έκθεση του υποκειμενικού κόσμου τού εκάστοτε συγγραφέα , ο οποίος καταφεύγει όχι σε μια φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων, αλλά σε ένα σχήμα από ποιητικές εικόνες συμπύκνωσης της υποκειμενικής αυτής πραγματικότητας -κι όχι επέκτασης του κοινωνικού χώρου, που επεδίωκε το επικό Θέατρο του Μπρεχτ.

Κανόνες, που αφορούν στη δομή και τους χαρακτήρες ενός «καλογραμμένου» έργου χάνουν πια την αυθεντία τους, για να απουσιάσουν εντελώς από τους συγγραφείς . Στο είδος αυτό του θεάτρου δεν έχουμε συγκρούσεις χαρακτήρων, γιατί δεν υπάρχουν χαρακτήρες. Υπάρχουν πραγματικότητες και συναντήσεις αυτών, για να καταλήξουν συχνά εκεί, από όπου ξεκίνησαν, με μια θριαμβευτική απουσία όποιου ηθικοδιδακτικού συμπεράσματος. Κι αυτό είναι, που καθιστά τα έργα αυτά, πραγματικά ηθικά.

Ο άνθρωπος δεν απεικονίζεται, όπως θα έπρεπε ή δε θα έπρεπε να είναι, αλλά, όπως είναι. Απογυμνωμένος, έχοντας χάσει την πίστη του, μόνος, «παραμορφωμένος», χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό, χαμένος μέσα στην «αίθουσα με τα κάτοπτρα» του Ζενέ, περιμένοντας κάτι, που ποτέ δε θα έρθει, όπως κάνουν ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος στο «Περιμένοντας το Γκοντό» του Μπέκεττ. Και απαντήσεις δε δίνονται, ούτε αιτιολογίες . Ο θεατής δε γυρνά στο σπίτι του με κανένα μάθημα, κανένα «δια ταύτα», παρά μονο, ότι δεν υπάρχει «διά ταύτα». Γεννιούνται όμως σίγουρα ερωτήματα πολύ προσωπικά, τα οποία του ζητούν να τοποθετηθει, και να έρθει έτσι πιο κοντά στην αληθεια του.

Και ο (φαινομενικός)υποβιβασμός της γλώσσας έρχεται να συμπληρώσει την επαναστατική αυτή φόρμα «παιχνιδιού», όπου δεν υπάρχουν αιτιολογίες και συμπεράσματα, αλλά μάλλον μια αίσθηση αιώρησης- εμφανή στο αποτέλεσμα, η ποίηση, κι όχι η σκέψη- σκέψη αντιληπτική, κι όχι επαγωγική. Αντίστοιχα , έτσι, ο λόγος φαίνεται να παύει να είναι σε κεντρική θέση. Ουσιαστικά, όμως, απλά ελευθερώνεται από εγκεφαλικές, ψυχαναγκαστικές χρήσεις του, ώστε να του αποδίδεται η δέουσα σε κάθε περίπτωση προσοχή. Αναζητήσεις, που μάλλον προωθούν την εξέλιξη και χρήση της γλώσσας. Μιλησαν, έτσι, για μια «αντι-γλώσσα» και για ένα «αντι-θέατρο», που φαίνεται, όμως, τολμηρό πολύ, ώστε να καθρεφτίζει το θέατρο και τις ανάγκες του.

O άνθρωπος, που βρίσκεται στον πυρήνα των έργων θεάτρου του παραλόγου φαντάζει σα να βγήκε προφητικά από σελίδες του σήμερα, ή πάλι, το σήμερα φαντάζει σαν να ζει, σε μια εφιαλτική επαναληπτικότητα, στους ρυθμούς , όπου είχε συντονιστεί το θεατρικό αυτό φαινόμενο, άρα και ο άνθρωπος της εποχής του. Χωρίς θρησκεία, χωρίς θεό, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία με τον συνάνθρωπο, στέκεται μόνος, προσπαθώντας να διαχειριστεί τις διαψεύσεις των (ψεύτικων) ονείρων και προτύπων του. Με μόνη διαφορα, ίσως, ότι, ενώ στο τότε υπήρχε ακόμα το υποκατάστατο της πίστης σε πολιτικές ιδεολογίες και συστήματα, στην εποχή μας έχουν και αυτά πληγεί.

Κανένα υποκατάστατο, λοιπον, ευγενές ή φτηνό της όποιας θρησκείας. Και τώρα προβάλλει πιο επιτακτικό από ποτέ το ερώτημα «ποια τα όρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ηθικής, και γιατι;»- για να θυμηθούμε, μέσα από την εμπειρία της γένεσης του φαινομένου, που λέγεται Θέατρο του Παραλόγου, ότι δε θα υπάρξει ποτέ μεγαλύτερη φιλοδοξία από το να υπηρετούμε τις βαθιές μας, πολύ προσωπικές μας ανάγκες, για να σταθούμε πιο μεγαλόψυχα και γενναιόδωρα απέναντι στο « Ένα»-τολμώντας να οδηγούμαστε σε μία Σκέψη, που δε θα μάς μικραίνει, αλλά θα μάς επιτρέπει την προσωπική μας Αίσθηση.

Κι αυτό είναι η μεγάλη προσφορά του Θεάτρου του Παραλόγου. Το ότι θέτοντας αυτά τα θέματα, μάς γυρνά με τον τρόπο του στις ρίζες της θεατρικής πράξης, στο στόχο της να μάς συνδέει με το Θεό, άρα καταρχήν με τον εαυτό μας, ονοματίζοντας καταρχήν την τεράστια κατάρα, που ονομάζεται «αποξένωση». Επείγουσα, λοιπόν, η έκκληση να ασχοληθούμε βαθιά με τον εαυτό μας- προκειμένου να σωθούμε, προκειμένου να βγούμε από τη μεγάλη «κρίση» της χώρας μας και των καιρών μας.

«Τι είναι αυτό που υπάρχει; Γνωρίζω πριν απ’όλα πώς είμαι εγώ. Αλλα ποιος είμαι; Το μόνο που ξέρω για μένα είναι πώς υποφέρω. Κι αν υποφέρω, είναι γιατί στη ρίζα της γένεσής μου υπάρχει ένας ακρωτηριασμός. Μια απόσπαση. Ειμαι αποσπασμένος. Από τι-……..στην αρχή ονομαζόταν Θεός. Σήμερα δεν έχει πια κανένα όνομα».

Αρτούρ Ανταμόφ